Ένα ιστολόγιο που πηγαίνει σχολείο και αγωνιά για την παιδεία .

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011


Σπίθια ενωθήκανε και τα χωριά αντάμα

μα άνθρωπος στον άνθρωπο δεν λέει καλημέρα

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Πύλες Καρπάθου: Το “τέλειο” κλείσιμο Δημοτικού σχολείου

Αποφάσισαν να κλείσουν το Δημοτικό Σχολείο Πυλών Καρπάθου. Γιατί άραγε;


Δεν λογαριάζουν τίποτα!! Για χάρη των τοκογλύφων και της προτεκτορατοποίησης του λαού και της χώρας, “πουλάνε’ και ό,τι οι ίδιοι έκτισαν, και ό,τι οι ντόπιοι αγάπησαν…




πηγή:Σαντορινιός

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Ιστορικό video διαμαρτυρίας από την παρέλαση στην Σύρο! Οι νέοι δεν γύρισαν το κεφάλι προς τους επισήμους.. αλλά…


…για να ακριβολογούμε,… το γύρισαν προς την άλλη μεριά όπου και υπάρχει άγαλμα του ήρωα της επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη!

(κυρ Θόδωρε, στο video βλέπουμε ότι πάνω από το 80% των κατοίκων ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ στην Σύρο!)

Πρώτα τα μαθήματα ρεμπέτικου στον πρωθυπουργό (δείτε εδώ ένα καταπληκτικό βίντεο με ρεμπέτικη μουσική υπόκρουση!!) και στο καπάκι μία ιστορική κίνηση διαμαρτυρίας, οι νέοι –μαθητές κυρίως- της Σύρου –μέλη του Σύριζα κατά τον Πάγκαλο- έδωσαν το δικό τους ηχηρό μήνυμα στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Πλατεία Μιαούλη της Σύρου. Έστρεψαν τα κεφάλια αντίθετα προς την εξέδρα των επισήμων απαξιώνοντας έτσι την παρουσία τους στις εορταστικές εκδηλώσεις της Εθνικής μας Εορτής.

Σιωπηρή και ειρηνική διαμαρτυρία πραγματοποίησαν οι φοιτητές και οι μαθητές των λυκείων με μαύρα ρούχα, μαυρές σημαίες και φιμωμένα στόματα.

Μετά το πέρας της παρελάσης, τα παιδιά ''παρέλασαν'' και εκείνα στην πλατεία δίνοντας έτσι το δικό τους μήνυμα κατά της κυβερνητικής πολιτικής και των επεισοδίων που βίωσαν την 21η Μαρτίου, που σημάδεψαν τη Σύρο και θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στην μνήμη τους. Μαζί τους συντάχθηκαν μαθητές και εκπαιδευτικοί διαμαρτυρόμενοι για τις συγχωνεύσεις - συνενώσεις των σχολείων, καταχειροκροτήθηκαν όλοι από τον Συριανό λαό και τον κόσμο που παρακολουθούσε τις εορταστικές εκδηλώσεις.

Δείτε το εκπληκτικό video!!





πηγή:
Σαντορινιός

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΡΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ ΕΡΓΟ...








Ο ήλιος έλουζε τους γκρίζους δρόμους της πρωτεύουσας και καλώς όριζε σαν ένα ουράνιο τόξο την καινούρια μαθητική ημέρα των παιδιών. Δύο μαθητές φεύγουν απ' τα σπίτια τους στις 8 καθημερινά για να οδεύσουν μαζί στην γνώση της μέρας. Πότε πότε κλωτσούν κανένα πετραδάκι στο διάβα τους, ασυναίσθητα προσπαθώντας να αποκτήσει ένα ελάχιστο ενδιαφέρον η διαδρομή. << - Κώστα, πρόσεχε πίσω σου ένα αμάξι θέλει να περάσει....>> αποκρίθηκε ο ένας εξ αυτών ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω στην κίνηση του δρόμου. <<....ας πάμε από το πεζοδρόμιο καλύτερα>> Η σκέψη του αυτή όμως απορρίφθηκε αμέσως μόλις οι οφθαλμοί του διέκριναν σκαρφαλωμένα στο ελαχίστου πλάτους πεζοδρόμιο σειρές από διαφόρων λογής οχήματα.. <<Δεν το βλέπεις Γιάννη είναι αδύνατο, δε μας έχουν υπολογίσει εμάς βλέπεις, δε μας αφήνουν άλλες επιλογές από εδώ που βρισκόμαστε, δηλαδή....>>. --<<Κώστααα>> Η φωνή του ήταν πιο δυνατή από ποτέ θαρρείς ήθελε να ξεπεράσει τον εκκωφαντικό θόρυβο κόρνας και το συρτό ήχο απότομου φρεναρίσματος που ακούστηκε. Τα μάτια του γούρλωσαν ενστικτωδώς στη θέα που ακολουθούσε, η φωνή του σιώπησε και τα χέρια του ξάπλωσαν στο πάτωμα πάνω στο πρόσωπό του, κουλουριασμένος δίχως καμία σκέψη να σηκωθεί από' κει. Μόνο οι οφθαλμοί του κινούνταν κι αυτό που αντίκρισαν λίγο πιο πέρα τους έκανε να γουρλώσουν, ο φίλος του κυλούσε σε μια λίμνη κόκκινη με τα μάτια να κοιτάνε στον ουρανό, δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του, δάκρυα εσωτερικά δάκρυα ψυχής, και αμέσως οι οφθαλμοί του σφράγισαν τον πόνο τον τριγύρω πλέον δεν άντεχαν να βλέπουν… Μια φωνή άκουσε μονάχα και τριγυρνούσε στου μυαλού του τις γωνίες, φωνή γυναίκας. <<Ένα ασθενοφόρο αμέσως, αμέσως να φτάσει εδώ είναι παιδιά είναι μικρά παιδιά… >>

Ο Κώστας και ο Γιάννης δεν μπορεί κανείς να παραδεχτεί ότι αποτελούν εξαίρεση στη σημερινή κοινωνία μιας πόλης. Το φαινόμενο των πεζοδρομίων γίνεται εμφανές σε κάθε ματιά που ρίχνουμε τριγύρω μας και αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να ληφθούν άμεσα μέτρα τότε θα ήταν αναπόφευκτο να απαγορεύσουμε την ύπαρξη πεζών καθώς η επικινδυνότητα που θα υπάρχει θα είναι τεράστια. Δύο λύσεις υπάρχουν ή πεζοδρόμια για πεζούς ή δρόμοι χωρίς πεζούς, χωρίς ανθρώπων βήμα. Το πρόβλημα αυτό καθημερινά δηλώνει παρόν και εμείς το παραβλέπουμε. Για πόσο ακόμα; Για πόσο ακόμα σαν έρμαια θα περπατάμε στο δρόμο σαν τα ποντικάκια που προστατεύονται από τη φάκα τους; Μια φάκα που οι ίδιοι φτιάξαμε για μας… Για πόσο ακόμα;

Το ασθενοφόρο έφτασε στο σημείο πολύ σύντομα, κόσμος παρακολουθούσε από κοντά τα συμβάντα. Τα δυο παιδιά πάνω στο φορείο με οξυγόνο, πληγές και στα δυο τους τα κορμιά φαίνονταν παντού, κόκκινα τα πρόσωπά τους απ’ το αίμα. Ένα εξ αυτών νεκρό, ο Κώστας, ταξίδευε πλέον σε άλλους ουρανούς σε άλλη πλάση με δικαιότερους κανόνες εκεί να έχει ας ευχηθούμε… Πηγαδάκια συζητήσεων σχηματίστηκαν τριγύρω με ένα σύνθημα όλοι να αποκρίνονται στον άλλον << Πού είναι τα πεζοδρόμια να περπατήσουν, που είναι η φροντίδα του ανθρώπου σε αυτή τη σάπια κοινωνία που ζούμε; Έχουμε αντικατασταθεί μόνο από μηχανές. Πόσο ακόμα να τριγυρνάμε δίχως προστασία μες στους δρόμους; Πόσο ακόμα;>>. Εκείνες μονάχα τις μητέρες λυπούμαι που δίκιο πια κανείς δε θα τους δώσει και αν ναι πλέον άργησαν να αντικρίσουν αυτό το πρόβλημα και το παιδί πίσω ποτέ δε θα γυρίσει πια… Με ένα λευκό αγνό τριαντάφυλλο στο χέρι μας, εγώ κι ο Γιάννης με μώλωπες εκείνος στο πρόσωπο και εγώ με ένα βουβό απλανές βλέμμα με δάκρυα κ οι δυο καταθέτουμε αγάπη και μνήμη αιώνια σε μια ψυχή. Κι εκείνος μας χαμογελούσε διαρκώς μέσα απ’ αυτή τη χαρμόσυνη φωτογραφία μπροστά μας. Ένα χαμόγελο αγνό και τόσο αθώο μα τόσο αθώο τι άλλωστε είχε προλάβει να ζήσει; Το κεφάλι σκύψαμε και φύγαμε απ’ το γεμάτο εκείνο μέρος με λουλούδια.. Εκατομμύρια άνθη δίπλα στον Κώστα στέκονταν από χιλιάδες άτομα… Μα άραγε φτάνουν μόνο εκείνα; Κι ήταν ένα ακόμη ηλιόλουστο πρωινό μες στην πρωτεύουσα...

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Την ημερα του Αγιου Πατρικιου(17/3) δειτε τι εκαναν στον κεντρικό σταθμό του τρένου στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Εμας που σήμερα ειναι η εθνικη μας γιορτη ουτε ενα καλαματιανο δεν θα ριξουμε πουθενα....




Μη μας πούνε και εθνικιστές!





Τραγουδήσαμε και χορέψαμε









Στιγμές από την τελευταία μας γιορτή


















Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Οµιλία Δασκάλου για την 25η Μαρτίου

-Αυτά τα λόγια απηύθυνα στους µαθητές µου, στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών για την επέτειο της 25ης Μαρτίου

Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη,

Αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.

Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21,

Αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ.

Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει

Να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα

Τι να λένε σε σένα; Σε εσένα που βιάζεσαι να φύγεις,

Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.

Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.

Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο

Και σε δεκαπέντε µέρες φεύγω για αλλού

Σε εσένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία

Ή και περισσότερα χρόνια,

Θα σου µιλήσω σταράτα

Για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου.

Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις,

Οι µαθητές που δίδαξα φέτος

Στην συντριπτική τους πλειονότητα µε σεβάστηκαν,

Αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος.

Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές

Δε µε σεβάστηκαν, µε προσέβαλαν κατ’ επανάληψη.

Με έργα, µε λόγια, µε ύβρεις,

Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος

Που µε σόκαρε, που µε έβαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.

Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει

Πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο,

Πως εκτός του γνωστικού ελλείµµατος

Το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά

Και στο ηθικοπλαστικό του έργο,

Στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων.

Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία

Είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας,

Των δασκάλων σας και των γονιών σας.

Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε

Πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση,

Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα,

Θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν,

Θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας,

Θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση,

Θα σας γεράσουν πρόωρα.

Αν όµως θέλετε µια συµβουλή από ένα δάσκαλο,

Σκεφτείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη,

Που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν,

Για να καταλάβει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια

Ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη.

Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο

Και έµαθε πέντε κολλυβογράµµατα,

Για να µας πει την ιστορία του βίου του,

Το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών.

Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο,

Και µπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη

Να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε,

το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας,

Τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από

Τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον Γιώργη Καραϊσκάκη.

Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς,

Αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά µάθαµε σαν µπέσα,

Ήταν πάνω απ´ όλα µπεσαλής.

Αυτό θα ‘θελα να έχετε κι εσείς.

Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα.

Να αναλαµβάνετε τις ευθύνες σας,

Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον,

Να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφβßία.

Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του

Ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου,

του Νικηταρά.

Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης,

Συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του

Κι έπειτα φυλακίστηκε,

Για να χαθεί σ’ ένα στενοσόκακο του Πειραιά,

Σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος και εγκαταλειµµένος από όλους,

Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα

Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει

Από την κυβέρνηση µια πλούσια σύνταξη,

Απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείβει πολύ καλά,

Λέγοντας ψέµατα, για να µην προσβάλει την πατρίδα του.

Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά.

Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα,

Μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας,

Να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα

Για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που

Αύριο θα κάνετε.

Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαµβάνοµαι

Πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική,

Όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος

των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών,

της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.

Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της,

Περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά

Και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα

και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους

σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.

Κι όταν βλέπω την εποχή µας

Να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση,

Να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία,

Να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας,

Μόνο σε εσάς ελπίζω,

Στην ειλικρινή σας διάθεση

να αγωνιστείτε,

να αντισταθείτε,

να πολεµήσετε,

να νικήσετε.

Μη µας απογοητεύσετε




πηγή: Περί γάμου μαρτυρίες

Χαῖρε ἀνύμφευτε Κόρη καὶ ἀπειρόγαμε, μὴ καταπλαγῇς τῇ ξένῃ μου μορφῇ, μηδὲ δειλιάσῃς, Ἀρχάγγελός εἰμι.




πηγή: Τρελογιάννης

Από το 1453 μέχρι σήμερα ο αγώνας για ελευθερία. Ιστορική Πινακοθήκη Ι. Μονής Μεγάλου Μετεώρου (βιντεο)

Μια εξαιρετική, συγκινητική παρουσίαση από την Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου. Βλέποντάς το οι πέτρινες καρδιές μας συγκινήθηκαν, και μπήκαμε στο κλίμα της σύγκρισης σαν αποτέλεσμα (αυτό που μένει στην καρδιά σου), σε σχέση με το 1821 του ΣΚΑΙ.

Τι ψυχική ανάταση και ευαισθησία το συγκεκριμένο, και τι παγωμένο, κρύο, απαρηγόρητο, ανεκπλήρωτο αίσθημα, χωρίς αγάπη, λεβεντιά, παλληκαριά, θυσία σου αφήνει το "μισθωμένο" τηλεοπτικό.

Και επειδή τα λόγια ωχριούν θα τελειώσουμε με τα λόγια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και σας προτείνουμε να το δείτε με την οικογένειά σας και τα παιδιά σας.

«Ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος ἔβαλε τὴν ὑπογραφή Του γιὰ τὴν Λευτεριὰ τῆς πατρίδος καὶ δέν την παίρνει πίσω.»



Untitled from Spyros on Vimeo.




πηγή: Το κάλλος θα σώση τον κόσμο

Δί­και­ος ἔ­παι­νος στούς ἥ­ρω­ες τοῦ ’21

Ὁ­μι­λί­α τοῦ
Προ­η­γου­μέ­νου Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου

Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου





Ἄς μή βρέ­ξει πο­τέ
τό σύν­νε­φον, καί ὁ ἄ­νε­μος
σκλη­ρός ἄς μή σκορ­πί­σει
τό χῶ­μα τό μα­κά­ριον
πού σᾶς σκε­πά­ζει.
Ὦ γνή­σια τέ­κνα τῆς Ἑλ­λά­δος
τέ­κνα ψυ­χαί πού ἐ­πέ­σα­τε
εἰς τόν ἀ­γώ­να ἀν­δρεί­ως,
τάγ­μα ἐ­κλε­κτῶν Ἡ­ρώ­ων,
καύ­χη­μα νέ­ον.

(Ἀν­δρέ­ας Κάλ­βος)




Αὐ­τό τό λαμ­πρό καύ­χη­μα, τό τάγ­μα τῶν ἐ­κλε­κτῶν ἡ­ρώ­ων τοῦ 1821 τι­μοῦ­με σή­με­ρα, καί τούς ἀ­πο­δί­δου­με τόν δί­και­ο καί πη­γαῖ­ο ἔ­παι­νο καί τήν ἄ­πει­ρη εὐ­γνω­μο­σύ­νη μας. Ἀ­πο­δί­δου­με τόν δί­και­ο ἔ­παι­νο σ’ αὐ­τούς πού γέν­νη­σαν μέ τό αἷ­μα τους καί μέ τό δά­κρυ τῆς ψυ­χῆς τους τήν λευ­τε­ριά τῆς ἱ­ε­ρῆς μας γῆς, τῆς εὐ­λο­γη­μέ­νης μας πα­τρί­δος. Σ’ αὐ­τούς πού πῆραν τά ὅ­πλα καί ἐ­πα­να­στά­τη­σαν ἐ­νάν­τια στόν ζυ­γό τοῦ ὀ­θω­μα­νοῦ κα­τα­κτη­τῆ.

Καί τούς ἀ­πο­δί­δου­με τόν δί­και­ο αὐ­τό ἔ­παι­νο σή­με­ρα, πού, ἀν­τί­θε­τα μέ τήν εὐ­χή τοῦ ποι­η­τῆ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου, «σύν­νε­φα σκο­τει­νά καί ἄ­νε­μοι σκλη­ροί» ἀ­πει­λοῦν μέ τόν τρό­πο τους νά σκορ­πί­σουν «τό χῶ­μα τό μα­κά­ριον πού τούς σκε­πά­ζει».

Εἶ­ναι τά σκο­τει­νά σύν­νε­φα τῆς ὑ­πο­τέ­λειας, τῆς ξε­νο­μα­νί­ας, τοῦ ρα­γι­α­δι­σμοῦ καί τοῦ γραι­κυ­λι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἡ κα­ται­γί­δα τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ καί ἐ­θνι­κοῦ ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμοῦ, τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἀλ­λοί­ω­σης καί πα­ρα­χά­ρα­ξης, τῆς πα­ρα­γρα­φῆς καί τῆς λη­σμο­σύ­νης. Εἶ­ναι οἱ σκλη­ροί ἄ­νε­μοι τοῦ ἐ­φη­συ­χα­σμοῦ, τῆς εὐ­μά­ρειας, τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας, τῆς ἄ­νε­σης, τῆς εὐ­ζω­ΐ­ας καί τῆς ἀ­σφά­λειας.

Εἶ­ναι τό σύν­δρο­μο τοῦ δῆ­θεν ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ καί τῆς ψευ­το­δι­α­νό­η­σης, πού ἔ­χει ἀλ­λο­τρι­ώ­σει τήν λε­γό­με­νη «πνευ­μα­τι­κή ἡ­γε­σί­α» τοῦ τό­που μας καί τήν ὁ­δη­γεῖ στήν ἄρ­νη­ση τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μας πα­ρελ­θόν­τος, στήν ἀ­πώ­λεια τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας μνή­μης καί τῆς ἐ­θνι­κῆς μας αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας, στήν ἀ­πα­ξί­ω­ση τῶν ἀρ­χῶν καί τῶν ἰ­δα­νι­κῶν τοῦ γέ­νους μας, στήν ἀ­μαύ­ρω­ση ἀ­κό­μη καί αὐ­τῶν τῶν ἴ­δι­ων τῶν ἡ­ρώ­ων καί τῶν μαρ­τύ­ρων τῆς φυ­λῆς μας.

Ἐ­μεῖς, ὅ­μως, δέν παύ­ου­με νά τό βρον­το­φω­νά­ζου­με καί νά τό δι­α­κη­ρύτ­του­με πρός πᾶ­σα κα­τεύ­θυν­ση ὅ­τι εἴ­μα­στε ὑ­πε­ρή­φα­νοι καί δο­ξά­ζου­με τόν Πα­νά­γα­θο Τρι­α­δι­κό Θε­ό μας, πού ἐν τῇ ἀ­πεί­ρῳ εὐ­σπλαγ­χνί­ᾳ Του εὐ­δό­κη­σε νά γεν­νη­θοῦ­με σ’ αὐ­τή τήν εὐ­λο­γη­μέ­νη Πα­τρί­δα, τήν Ἑλ­λά­δα μας, τήν τό­σο δο­ξα­σμέ­νη μά καί τό­σο πο­νε­μέ­νη.

Νά γεν­νη­θοῦ­με Ἕλ­λη­νες καί Ὀρ­θό­δο­ξοι, Ρω­μη­οί, σέ μιά Πα­τρί­δα, πού κά­θε σπι­θα­μή τῆς γῆς της εἶ­ναι πο­τι­σμέ­νη μέ τά ἱ­ε­ρά αἵ­μα­τα πο­λυ­ά­ριθ­μων μαρ­τύ­ρων, ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων καί ἐ­θνο­μαρ­τύ­ρων. Σέ μί­α ἁ­γι­α­σμέ­νη γῆ πού τήν προ­στα­τεύ­ει ἡ Κυ­ρί­α μας Θε­ο­τό­κος καί τήν πε­ρι­φρου­ροῦν νέ­φη ἁ­γί­ων. Εἴ­μα­στε εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι καί ὑ­πε­ρή­φα­νοι πού γεν­νη­θή­κα­με σέ μί­α χώ­ρα ἡ­ρώ­ων καί ἁ­γί­ων καί φέ­ρου­με στούς ὤ­μους μας τήν πο­λύ­τι­μη, μά καί βα­ρειά κλη­ρο­νο­μιά πού δι­έ­σω­σαν καί μᾶς με­τέ­φε­ραν μέ τό μαρ­τυ­ρι­κό τους αἷ­μα.

Τό μαρ­τυ­ρι­κό τους αἷ­μα, πού ἔ­χει πο­τί­σει κά­θε γω­νιά τῆς Πα­τρί­δας μας, κά­θε χω­ριό... καί πό­λη,
κά­θε κο­ρυ­φή καί κά­θε λαγ­κα­διά καί πού τούς κα­θι­στᾶ ἀ­κοί­μη­τους φρου­ρούς καί προ­στά­τες τῶν συ­νό­ρων μας καί τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας μας. «Τού­των τά πνεύ­μα­τα ὡς νέ­φος ἡ­μῖν ὧ­δε πε­ρί­κειν­ται καί τῶν ὀ­στέ­ων αὐ­τῶν οἱ τύμ­βοι τά ὅ­ρια τῆς πα­τρί­δος γῆς φυ­λάτ­του­σι, τά δέ αὐ­τῶν τί­μια αἵ­μα­τα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ἡ­μῶν τό δέν­δρον ἀρ­δεύ­ου­σιν», δι­α­βά­ζου­με στήν ἐ­πι­μνη­μό­συ­νη Δέ­η­ση ὑ­πέρ τῶν ἐν πο­λέ­μῳ πε­σόν­των.

Αὐ­τούς τούς ἥ­ρω­ες τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καί τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας τοῦ γέ­νους μας, τούς μάρ­τυ­ρες τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος, τούς ὑ­πε­ρα­σπι­στές τῶν ἐ­θνι­κῶν μας δι­καί­ων καί ἰ­δα­νι­κῶν τι­μοῦ­με σή­με­ρα καί τούς ἀ­πο­δί­δου­με τόν δί­και­ο καί ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νο ἔ­παι­νο καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη.

Ἡ ἀ­πό­δο­ση φό­ρου τι­μῆς στούς ἀ­γω­νι­στές τοῦ 1821 ἐ­κτός ἀ­πό ἐκ­δή­λω­ση ἐ­θνι­κῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καί μιά πρά­ξη πού ἔ­χει σκο­πό τήν ἐν­θάρ­ρυν­ση ὅ­λων μας καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τῶν νέ­ων μας γιά πα­ρό­μοι­ους ἀ­γῶ­νες καί θυ­σί­ες, ἄν χρεια­σθεῖ.

Τι­μών­τας τούς συν­τε­λε­στές καί πρω­τερ­γά­τες τοῦ ἐ­θνι­κοῦ θαύ­μα­τος τοῦ 1821 δέν πρέ­πει νά λη­σμο­νοῦ­με ὅ­τι τό θαῦ­μα αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα πί­στε­ως στόν Θε­ό, πού ἐγ­γυᾶ­ται τήν ἐ­πι­τυ­χή ἔκ­βα­ση τοῦ με­γά­λου καί τολ­μη­ροῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος τῆς ἀ­πο­τι­νά­ξε­ως τοῦ τουρ­κι­κοῦ ζυ­γοῦ.

«Παι­διά μου, πρέ­πει νά φυ­λά­ξε­τε τήν πί­στιν σας καί νά τήν στε­ρε­ώ­σε­τε», προ­έ­τρε­πε ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης τούς νέ­ους, «δι­ό­τι ὅ­ταν ἐ­πι­ά­σα­μεν τά ἅρ­μα­τα, εἴ­πα­μεν πρῶ­τα ὑ­πέρ πί­στε­ως καί ἔ­πει­τα ὑ­πέρ πα­τρί­δος».

Καί κα­τά τήν μα­κρά πε­ρί­ο­δο τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν αὐ­τή πού κρά­τη­σε ὄρ­θιο τό Γέ­νος, πού φρόν­τι­σε γιά τήν ἐκ­παί­δευ­ση τῶν ἑλ­λη­νο­παί­δων, πού ἔ­θρε­ψε γε­νι­ές καί γε­νι­ές μέ τήν πί­στη καί τήν προ­σμο­νή τῆς πο­θη­τῆς ὥ­ρας τῆς λευ­τε­ριᾶς, πού ἐκ­ποί­η­σε ἀ­κό­μη καί τά ἱ­ε­ρά της κει­μή­λια γιά τήν οἰ­κο­νο­μι­κή ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ ἀ­γώ­να, πού προ­σέ­φε­ρε ὡς θυ­σί­α πλειά­δα νε­ο­μαρ­τύ­ρων, ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων καί ἐ­θνο­μαρ­τύ­ρων στόν βω­μό τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας τοῦ νέ­ου ἑλ­λη­νι­σμοῦ.

Τό αἱ­μα­το­βα­μέ­νο ρά­σο, οἱ τα­πει­νοί πα­πά­δες καί οἱ κα­λό­γε­ροι ἦ­ταν τό σύμ­βο­λο τοῦ ἀ­δού­λω­του φρο­νή­μα­τος καί τοῦ ἀ­γώ­να γιά τήν ἀ­πο­τί­να­ξη τοῦ ὀ­θω­μα­νι­κοῦ ζυ­γοῦ. Τά μο­να­στή­ρια καί οἱ ἐκ­κλη­σι­ές ἦ­ταν τά κέν­τρα τῆς παι­δεί­ας, τά κέν­τρα τοῦ συν­το­νι­σμοῦ, τά κέν­τρα φύ­λα­ξης πο­λε­μι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, τά κέν­τρα τοῦ ἔ­νο­πλου ἀ­γώ­να. Ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἡ καρ­διά τῆς σταυ­ρι­κῆς πο­ρεί­ας, τοῦ Γολ­γο­θᾶ τῶν Ἑλ­λή­νων πρός τήν ἐ­θνι­κή τους ἀ­νά­στα­ση.

«Αὐ­τά τά μο­να­στή­ρια ἦ­ταν τά πρῶ­τα προ­πύρ­για τῆς ἀ­πα­νά­στα­σής μας –μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Στρα­τη­γός Μα­κρυ­γιά­ννης- Ὅ­τι ἐ­κεῖ ἦ­ταν οἱ τσεμ­πι­χα­νέ­δες μας κι ὅ­λα τά ἀ­ναγ­καῖ­α τοῦ πο­λέ­μου, ὅ­τ’ ἦ­ταν πα­ρά­με­ρον καί μυ­στή­ριο ἀ­πό τούς Τούρ­κους. Καί θυ­σί­α­σαν οἱ κα­η­μέ­νοι οἱ κα­λό­γε­ροι, καί σκο­τώ­θη­καν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἰς τόν ἀ­γώ­να».

Ἡ ζω­ή τοῦ Ἕλ­λη­να ἔ­χει ζυ­μω­θεῖ μέ τήν πα­τρο­γο­νι­κή πί­στη του, τήν ἁ­γί­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α, τήν «πε­ρι­βε­βλη­μέ­νη ὡς πορ­φύ­ραν καὶ βύσ­σον» τά αἵ­μα­τα τῶν μαρ­τύ­ρων προ­γό­νων του. Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ λό­γος πού ὅ­λοι οἱ δαί­μο­νες τῆς κο­λά­σε­ως ξε­χύ­θη­καν νά ξερι­ζώ­σουν αὐ­τή τήν πί­στη ἀ­πό τήν ψυ­χή τοῦ Ἕλ­λη­να.

Πό­λε­μος κα­τά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ Κλή­ρου, ἀ­θε­ϊ­στι­κές καί ὑ­λι­στι­κές θε­ω­ρί­ες (ἀ­κό­μη καί ἕ­νω­ση ἀ­θέ­ων ἱ­δρύ­ε­ται αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα ἐ­πι­σή­μως στήν Ἀ­θή­να!­), εἰ­ρω­νεί­α τῆς εὐ­σέ­βειας καί κά­θε ἄλ­λο ἀν­τί­θε­ο σχέ­διο μπῆ­κε σ᾿ ἐ­φαρ­μο­γή.

Σέ ὅ­λους αὐ­τούς τούς ἀρ­νη­σι­πά­τρι­δες καί τούς γραι­κύ­λους τήν ἀ­πάν­τη­ση τήν δί­νει μί­α ἀ­πό τίς ἡ­ρω­ι­κώ­τε­ρες καί εὐ­γε­νέ­στε­ρες μορ­φές τοῦ ἀ­γώ­να, ὁ Στρα­τη­γός Μα­κρυ­γιά­ννης:

«­.­..καὶ βρί­ζουν, οἱ που­λη­μέ­νοι [Ἕλ­λη­νες] εἰς τοὺς ξέ­νους, καὶ τοὺς πα­πά­δες μας, ὁ­ποῦ τοὺς ζυ­γί­ζουν ἄ­ναν­τρους καὶ ἀ­πό­λε­μους.
Ἐ­μεῖς τοὺς πα­πά­δες τοὺς εἴ­χα­με μα­ζὶ εἰς κά­θε με­τε­ρί­ζι, εἰς κά­θε πό­νον καὶ δυ­στυ­χί­αν. Ὄ­χι μό­νον διὰ νὰ βλο­γᾶ­νε τὰ ὅ­πλα τὰ ἱ­ε­ρά, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τοὶ μὲ ντου­φέ­κι καὶ γι­α­τα­γά­νι, πο­λε­μών­τας ὡ­σὰν λε­ον­τά­ρια. Ντρο­πὴ Ἕλ­λη­νες».





Ἡ φω­νή τοῦ Στρα­τη­γοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη ἀν­τη­χεῖ καί σή­με­ρα εὐ­θύ­βο­λη καί στεν­τό­ρεια:

«ντρο­πή Ἕλ­λη­νες»­!­!! Ντρο­πή στούς ἀρ­νη­τές τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος, ντρο­πή στούς πα­ρα­χα­ρά­κτες τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἀ­λή­θειας, ντρο­πή στούς ἀλ­λο­τρι­ω­τές τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας μνή­μης, ντρο­πή στούς βια­στές τῆς ἐ­θνι­κῆς μας συ­νει­δή­σε­ως. «Ντρο­πή Ἕλ­λη­νες», φω­νά­ζει ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης στούς ξε­θε­με­λι­ω­τές τῆς ἐ­θνι­κῆς μας συ­νο­χῆς, στούς ὁ­δο­στρω­τῆ­ρες τῆς ἐ­θνι­κῆς μας ταυ­τό­τη­τος, πού ἀ­δη­φά­γα καί μα­νια­κά δέν στα­μα­τοῦν νά ξη­λώ­νουν, νά ἀ­πο­κα­θη­λώ­νουν, νά γκρε­μί­ζουν, νά ἀ­πο­συν­θέ­τουν θε­σμούς, ἀ­ξί­ες, σύμ­βο­λα, ἀρ­χές, ἰ­δέ­ες, ἰ­δα­νι­κά μέ ὅ­ποι­ο μέ­σο δι­α­θέ­τουν καί μπο­ροῦν νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν, σχο­λι­κά βι­βλί­α, ΜΜΕ, δι­α­λέ­ξεις, ντο­κυ­μαν­ταίρ (ὅ­πως τό ἐ­παί­σχυν­το προ­σφά­τως προ­βαλ­λό­με­νο ἀ­πό τόν τη­λε­ο­πτι­κό σταθ­μό τοῦ ΣΚΑ­Ϊ) καί ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­πό ὅ­ποι­α θέ­ση κι ἄν κα­τέ­χουν, εἴ­τε ὀ­νο­μά­ζον­ται Δρα­γώ­να, εἴ­τε Ρε­πού­ση, εἴ­τε Βε­ρέ­μης, εἴ­τε Τα­τσό­που­λος, εἴ­τε ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς ὀ­νο­μά­ζον­ται.

Ἕ­να, λοι­πόν, ἀ­πό τά ἀν­τί­θε­α καί ἀν­θελ­λη­νι­κά σχέ­δια πού ἐ­φαρ­μό­ζον­ται στίς μέ­ρες μας εἶ­ναι ἡ πα­ρα­χά­ρα­ξη τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας καί ἡ συ­νο­λι­κή ἀ­πο­δό­μη­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς μας παι­δεί­ας.

Πρό­κει­ται γιά μί­α ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη προ­σπά­θεια, πού ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἀ­προ­κά­λυ­πτα καί μέ τα­χεῖς ρυθ­μούς καί εἶ­χε ὡς πρό­σφα­το «θύ­μα» της τήν ἐ­θνι­κή μας πα­λιγ­γε­νε­σί­α γιά τήν ἀ­πο­τί­να­ξη τοῦ τουρ­κι­κοῦ ζυ­γοῦ, τήν ἐ­πέ­τει­ο τῆς ὁ­ποί­ας τι­μοῦ­με σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες.

Ὁ ὁ­δο­στρω­τή­ρας τοῦ ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ ἀ­πει­λεῖ νά ἰ­σο­πε­δώ­σει καί νά ἀ­ναι­ρέ­σει ἀ­κό­μη καί τά αὐ­το­νό­η­τα: τόν ἐ­θναρ­χι­κό ρό­λο καί τήν πο­λύ­πλευ­ρη προ­σφο­ρά τῆς ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας στόν ἀ­γώ­να τοῦ 1821, τόν πό­θο καί τόν ἀ­γώ­να γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­λων τῶν Ἑλ­λη­νῶν, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως κοι­νω­νι­κῆς προ­ε­λεύ­σε­ως, τό φρό­νη­μα, τό ἦ­θος καί τήν θυ­σί­α τῶν ἀ­γω­νι­στῶν, ἀ­κό­μη καί αὐ­τή τήν βαρ­βα­ρό­τη­τα τοῦ κα­τα­κτη­τῆ καί τίς συν­θῆ­κες κα­τα­πί­ε­σης τῶν ὑ­πό­δου­λων Ἑλ­λή­νων!

Ἐ­πι­χει­ρεῖ νά πα­ρα­ποι­ή­σει τόν χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως τοῦ 1821,
ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν κα­θα­ρά ἐ­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός καί ὄ­χι τα­ξι­κός ἤ κοι­νω­νι­κός, ὅ­πως κα­τά συρ­ρο­ήν προ­πα­γαν­δί­ζε­ται στίς μέ­ρες μας. Τόν ἐ­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό αὐ­τό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἀ­γώ­να τοῦ ’21 ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει ὁ ἴ­διος ἀρ­χι­στρά­τη­γός του, ὁ θρυ­λι­κός Γέ­ρος τοῦ Μο­ριᾶ, ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης πού δή­λω­νε:





«Σὰν μί­α βρο­χὴ ἦρ­θε σὲ ὅ­λους μας ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ὅ­λοι, καὶ οἱ κλη­ρι­κοὶ καὶ οἱ προ­ε­στοὶ καὶ οἱ κα­πε­τα­ναῖ­οι καὶ οἱ γραμ­μα­τι­σμέ­νοι καὶ οἱ ἔμ­πο­ροι, ὅ­λοι συμ­φω­νή­σα­με στὸν ἴ­διο σκο­πὸ καὶ κά­να­με τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση.­.. Ἡ ἐ­πα­νά­στα­σις ἡ ἐ­δι­κή μας δὲν ὁ­μοιά­ζει μὲ καμ­μί­αν ἀ­πὸ ὅ­σας γί­νον­ται τὴν σή­με­ρον εἰς τὴν Εὐ­ρώ­πην. Τῆς Εὐ­ρώ­πης αἱ ἐ­πα­να­στά­σεις ἐ­ναν­τί­ον τῶν δι­οι­κή­σε­ών τους εἶ­ναι ἐμ­φύ­λιος πό­λε­μος· ὁ ἐ­δι­κός μας πό­λε­μος ἦ­το πλέ­ον δί­και­ος, Ἦ­τον ἔ­θνος μὲ ἄλ­λον ἔ­θνος».
Ὁ σύγ­χρο­νος ὁ­δο­στρω­τή­ρας τοῦ ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἀ­κυ­ρώ­σει ἀ­κό­μη καί τίς ἐ­πι­λο­γές, τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες καί τίς ἀ­πο­φά­σεις τοῦ ἴ­διου τοῦ λα­οῦ, πού ἔ­κα­νε τήν ἐ­πα­νά­στα­ση καί πού δι­ε­κή­ρυσ­σε στήν πρώ­τη Ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­ση τῆς Ἐ­πι­δαύ­ρου τό 1826 ὅ­τι «ὁ λα­ός τῆς Ἑλ­λά­δος ἔ­λα­βε τά ὅ­πλα καί δέν ζη­τεῖ διά τῶν ὅ­πλων πα­ρά τήν λαμ­πρό­τη­τα τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α με­τά τοῦ ἱ­ε­ροῦ αὐ­τῆς κλή­ρου κα­τε­δι­ώ­κε­το καί κα­τε­φρο­νεῖ­το ὑ­πό τῶν Τούρ­κων». Καί στήν Ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­ση τῆς Τροι­ζή­νας τό 1827 δι­ε­κή­ρυτ­τε, ἐ­πί­σης, ὅ­τι «ὡς χρι­στια­νοί οὔ­τε ἦ­το, οὔ­τε εἶ­ναι δυ­να­τόν νά πει­θαρ­χή­σω­μεν δε­σπο­ζό­με­νοι ἀ­πό τούς θρη­σκο­μα­νεῖς Μω­α­με­θα­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τέ­σχι­ζαν καί κα­τε­πά­τουν τάς ἁ­γί­ας εἰ­κό­νας, κα­τε­δά­φι­ζαν τούς ἱ­ε­ρούς να­ούς, κα­τε­φρό­νουν τό Ἱ­ε­ρα­τεῖ­ον, ὑ­βρί­ζον­τες τό θεῖ­ον ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ, τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ καί μᾶς ἐ­βί­α­ζον ἤ νά γί­νω­μεν θύ­μα­τα τῆς μα­χαί­ρας των, ἀ­πο­θνή­σκον­τες χρι­στια­νοί ἤ νά ζή­σω­μεν Τοῦρ­κοι, ἀρ­νη­ταί τοῦ Χρι­στοῦ καί ὀ­πα­δοί τοῦ Μω­ά­μεθ. Πο­λε­μοῦ­μεν πρός τούς ἐ­χθρούς τοῦ Κυ­ρί­ου μας».


Ἀλ­λά καί στά πρῶ­τα Συν­τάγ­μα­τα τῶν Ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σε­ων τῆς Ἐ­πι­δαύ­ρου, τοῦ Ἄ­στρους καί τῆς Τροι­ζή­νας οἱ Ἕλ­λη­νες δι­ε­κή­ρυσ­σαν: «Ὅ­σοι αὐ­τό­χθο­νες κά­τοι­κοι τῆς ἐ­πι­κρά­τειας τῆς Ἑλ­λά­δος πι­στεύ­ου­σιν εἰς Χρι­στόν εἰ­σί Ἕλ­λη­νες».

Ὁ σύγ­χρο­νος ὁ­δο­στρω­τή­ρας τοῦ ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ μέ μα­νι­ώ­δη ὁρ­μή ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἀ­κυ­ρώ­σει τήν ἀν­δρει­ο­σύ­νη καί μαρ­τυ­ρι­κή προ­σφο­ρά τῶν ἀ­γω­νι­στῶν καί τῶν ἐ­θνο­μαρ­τύ­ρων τοῦ Γέ­νους μας τούς ὁ­ποί­ους δι­καί­ως καί ἐ­πι­βε­βλη­μέ­να τι­μοῦ­με καί ἐ­παι­νοῦ­με σή­με­ρα.


Νά πα­ρα­γρά­ψει ἀ­πό τίς μνῆ­μες τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων τήν φλο­γε­ρή πί­στη, τήν λε­βεν­τιά, τόν πό­θο γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τό­σων καί τό­σων ἐ­πώ­νυ­μων καί ἀ­νώ­νυ­μων πού ἀ­φι­έ­ρω­σαν τήν ζω­ή τους στόν με­γά­λο καί ἱ­ε­ρό σκο­πό τῆς ἀ­νά­στα­σης τοῦ Γέ­νους, πού πά­σχι­σαν καί μό­χθη­σαν νά κρα­τή­σουν ζων­τα­νή τήν ψυ­χή τοῦ βα­σα­νι­σμέ­νου ρα­γιᾶ, νά κρα­τή­σουν ζων­τα­νή τήν πί­στη του, τήν γλώσ­σα του, τήν ἐ­θνι­κή του συ­νεί­δη­ση.

Ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἀ­πα­ξι­ώ­σει καί νά ξε­ρι­ζώ­σει ἀ­πό τήν μνή­μη τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων πα­τριά­ρχες, ἐ­πι­σκό­πους, πα­πά­δες, κα­λο­γή­ρους, δα­σκά­λους τοῦ Γέ­νους, ἐμ­πό­ρους, ἀρ­μα­τω­λούς, κλέ­φτες, ὁ­πλαρ­χη­γούς, κα­πε­τα­ναί­ους, πλοιά­ρχους καί πυρ­πο­λη­τές, ἡ­ρω­ϊ­κές κό­ρες καί μη­τέ­ρες, ὅ­λους ὅ­σοι ἀ­πο­τέ­λε­σαν τήν θεί­α ἐ­κεί­νη «πα­ρεμ­βο­λή τῆς πα­ρα­τά­ξε­ως Κυ­ρί­ου» καί τοῦ Γέ­νους, ἄν­θρω­ποι μέ πί­στη στόν Θε­ό, ἡ ὁ­ποί­α τούς ὅ­πλι­ζε μέ ὑ­πο­μο­νή, μέ θάρ­ρος, μέ εὐ­ψυ­χί­α, μέ ἐλ­πί­δα, μέ πνεῦ­μα θυ­σί­ας, αὐ­τά πού ἦ­ταν «τά μό­να φο­βε­ρά ὅ­πλα εἰς χεί­ρας λα­οῦ πο­λε­μοῦν­τος πρός ἀ­πό­κτη­σιν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας του», ὅ­πως τό­νι­ζε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ μάρ­τυ­ρας τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας Ἀ­θα­νά­σιος Διά­κος.




Ἐ­πι­χει­ρεῖ, ἡ σύγ­χρο­νη λαί­λα­πα τοῦ ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ, νά ἀ­πα­ξι­ώ­σει καί νά ἀ­μαυ­ρώ­σει κο­ρυ­φαῖ­α ἀ­να­στή­μα­τα τοῦ πνεύ­μα­τος καί λο­γί­ους τῶν γραμ­μά­των ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Γεν­νά­διος Σχο­λά­ριος, ὁ ἱ­δρυ­τής τῆς Με­γά­λης τοῦ Γέ­νους Σχο­λῆς, ὁ μαρ­τυ­ρι­κός Πα­τριά­ρχης Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος Ε΄, ὁ Εὐ­γέ­νιος Βούλ­γα­ρης, ὁ Οἰ­κο­νό­μος ἐξ Οἰ­κο­νό­μων, ὁ Ρή­γας Φε­ραῖ­ος, ὁ «φω­τι­στής τῶν σκλά­βων» Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἱ­τω­λός, ἡ­γέ­τες τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Ἰ­ω­άν­νης Κα­πο­δί­στριας, ὁ πρῶ­τος Κυ­βερ­νή­της τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ὑ­ψη­λάν­της, ὁ Πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γερ­μα­νός, ὁ Νι­κό­λαος Σκου­φᾶς, ὁ Ἀ­θα­νά­σιος Τσα­κά­λωφ καί ὁ Ἐμ­μα­νου­ήλ Ξάν­θος πού ἵ­δρυ­σαν τήν Φι­λι­κή Ἑ­ται­ρεί­α, δη­μο­γέ­ρον­τες καί ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν κοι­νο­τή­των, συν­το­νι­στές τοῦ ἀ­γώ­να, πο­λι­τι­κούς ὅ­πως οἱ Μαυ­ρο­μι­χά­λη­δες, οἱ Δελ­λη­γι­άν­νη­δες, ὁ Ἀν­δρέ­ας Ζα­ΐ­μης, ὁ Κουν­του­ρι­ώ­της, ὁ Μαυ­ρο­κορ­δά­τος.

Ἀ­τρό­μη­τους καί ἀ­νυ­πό­τα­κτους πο­λε­μι­στές, πού ἀρ­νοῦν­ταν νά συμ­βι­βα­στοῦν μέ τίς ἐν­το­λές τοῦ κα­τα­κτη­τῆ, ἥ­ρω­ες τῆς κλε­φτου­ριᾶς, πού ἀ­γω­νί­στη­καν ἐ­πά­νω στίς ἐ­πάλ­ξεις τῶν βου­νῶν καί τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὁ­πλαρ­χη­γούς, κα­πε­τα­ναί­ους, ἀ­τρό­μη­τους ἀ­γω­νι­στές, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ θρυ­λι­κός Γέ­ρος τοῦ Μο­ριᾶ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, ὁ Γε­ώρ­γιος Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, ὁ Πα­πα­φλέσ­σας, ὁ Ἀ­θα­νά­σιος Διά­κος, ὁ Σα­μου­ήλ, ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας Ἀν­δροῦ­τσος, οἱ Μπο­τσα­ραῖ­οι, ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Κα­νά­ρης, ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης, ὁ Ἐμ­μα­νου­ήλ Παπ­πᾶς, ὁ Κα­ρα­τά­σος, ὁ Γε­ωρ­γά­κης Ὀ­λύμ­πιος, οἱ Ὑ­ψη­λάν­τες, ὁ Ἀν­δρέ­ας Μι­α­ού­λης, ὁ Βι­σβί­ζης, οἱ Τζα­βε­λαῖ­οι, ὁ Νι­κη­τα­ρᾶς, ἀλ­λά καί οἱ πρίν ἀ­πό αὐ­τούς Κα­τσαν­τώ­νης, Στα­θᾶς, Νι­κο­τσά­ρας, πα­πα-Βλα­χά­βας καί τό­σοι ἄλ­λοι.

Ἄν­δρες, γυ­ναῖ­κες καί παι­διά, νέ­οι καί γέ­ροι, δί­νουν ὁ κα­θέ­νας τόν δι­κό του ἀ­γώ­να, κα­τά τίς δυ­νά­μεις του, πού ξε­περ­νᾶ κα­τά πο­λύ κά­θε προσ­δο­κί­α καί ὑ­πο­λο­γι­σμό, καί ὁ­ρι­ο­θε­τεῖ ἕ­να νέ­ο θαῦ­μα στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α, ἕ­να θαῦ­μα ἀν­δρεί­ας, γεν­ναι­ό­τη­τας, αὐ­το­θυ­σί­ας.

Οἱ Ἑλ­λη­νί­δες γυ­ναῖ­κες γρά­φουν τή δι­κή τους θαυ­μα­στή ἱ­στο­ρί­α. “Θαυ­μά­ζω τές γυ­ναῖ­κες μας καί στ’ ὄ­νο­μά τους μνέ­ω.­.­.­”, γρά­φει ὁ Ἐ­θνι­κός μας ποι­η­τής Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός, ὑ­πο­κλι­νό­με­νος μπρο­στά στίς ἡ­ρω­ΐ­δες τοῦ ’­21 πού δέν ὑ­πο­λεί­πον­ται σέ κα­τορ­θώ­μα­τα. Θρεμ­μέ­νες μέ τόν προ­γο­νι­κό πό­θο τῆς λευ­τε­ριᾶς, πνιγ­μέ­νες ἀ­πό τό βρό­χο τῆς μα­κραί­ω­νης τουρ­κι­κῆς σκλα­βιᾶς, μέ λα­βω­μέ­νη στά στή­θη τήν ἐ­θνι­κή πε­ρη­φά­νεια, πο­νοῦν, ἀν­τι­δροῦν, ἀ­πο­φα­σί­ζουν.

Σάν σύ­ζυ­γοι, στά­θη­καν τό ἠ­θι­κό στή­ριγ­μα τῶν ἀν­δρῶν τους. Μοι­ρά­στη­καν μα­ζί τους τίς ἀ­μέ­τρη­τες θυ­σί­ες τοῦ πο­λύ­χρο­νου ξε­ση­κω­μοῦ. Μπα­ρου­το­κα­πνι­σμέ­νες, μα­τω­μέ­νες, μέ τό κα­ρι­ο­φί­λι στό χέ­ρι, ζω­σμέ­νες φυ­σε­κλί­κια, πο­λέ­μη­σαν δί­πλα στούς ἄν­δρες τους, στή στε­ριά, στό βου­νό, στή θά­λασ­σα. Πο­λέ­μη­σαν παν­τοῦ μ’ ἄ­φθα­στη ἀν­δρει­ο­σύ­νη, μέ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, μέ τόλ­μη καί θυ­σί­α ὑ­πε­ράν­θρω­πη.

Σάν μά­νες, βά­στα­ξαν ψη­λά τή δά­δα τῶν ἰ­δα­νι­κῶν τῆς Φυ­λῆς καί με­τα­λαμ­πα­δέ­ψα­νε τή φλό­γα στή συ­νεί­δη­ση τῶν παι­δι­ῶν τους. Στρα­τιά ὁ­λό­κλη­ρη οἱ ἡ­ρω­ΐ­δες. Ἐ­πώ­νυ­μες, ἀρ­χόν­τισ­σες, κα­πε­τά­νισ­σες καί ἄ­ση­μες, ἄ­γνω­στες, πού πῆ­ραν ὅ­μως τούς τί­τλους τῆς τι­μῆς καί τά με­τάλ­λια τῆς θυ­σί­ας ἀ­π’ τούς κα­πνούς τῆς μά­χης.




Ἡ Μαν­τώ Μαυ­ρο­γέ­νους, ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα τῆς Μυ­κό­νου, προ­σφέ­ρει τήν τε­ρά­στια πε­ρι­ου­σί­α της καί τή ζω­ή της ὁ­λό­κλη­ρη στίς ἀ­νάγ­κες τοῦ ἀ­γώ­να, γιά νά πε­θά­νει ἀρ­γό­τε­ρα στήν ἐ­λεύ­θε­ρη Πά­ρο, πάμ­πτω­χη καί ἀ­δι­κη­μέ­νη· ἡ θρυ­λι­κή Λα­σκα­ρί­να Μπουμ­που­λί­να, ἡ ἀ­τρό­μη­τη κα­πε­τά­νισ­σα, πού γνω­ρί­ζει νά πο­λε­μά­ει, νά δι­οι­κεῖ, νά ἐμ­ψυ­χώ­νει· ἡ κα­πε­τά­νισ­σα Δό­μνα Βι­σβί­ζη, ἀ­πό τήν Αἶ­νο τῆς Θρά­κης, πού σκο­τώ­νε­ται ὁ ἄν­δρας της πο­λε­μών­τας κι’ ἐ­κεί­νη σκου­πί­ζει τά μά­τια της μέ τήν ἄ­κρη τῆς μαύ­ρης μαν­τη­λο­δε­σιᾶς της κι’ ἀ­λύ­γι­στη ἀ­πό τόν πό­νο δη­λώ­νει:

“Ἄν ὁ ἄν­δρας μου ἦ­ταν βου­λή τοῦ Θε­οῦ νά χα­θεῖ, τό μπρί­κι του δέν θά μεί­νει χω­ρίς κα­πε­τά­νιο. Θά τό κου­μαν­τά­ρω ἐ­γώ! Βά­ζω ὅρ­κο πά­νω στό λεί­ψα­νό του πώς θά κρα­τή­σω τή στερ­νή πα­ραγ­γε­λιά του. Κι’ ἄμ­πο­τες καί τοῦ λό­γου μου νά πά­ω ἀ­πό τόν ἴ­διο θά­να­το”.

Κι’ ἔ­πει­τα ἡ Κρου­στάλ­λω τοῦ Δού­κα καί ἡ Δέ­σποι­να Ἀρ­φα­νῆ ἀ­πό τά Ψα­ρά, ἡ Μα­ρί­α καί ἡ Ἀν­θού­σα Δα­σκα­λο­γιά­ννη οἱ Κρη­τι­κο­ποῦ­λες, ἡ Ἀ­λε­φάν­τω ἀ­πό τό Γα­λα­ξί­δι, θρεμ­μέ­νες ὅ­λες μέ τῆς θά­λασ­σας τό κύ­μα τό ἁλ­μυ­ρό.

Ἡ Μό­σχω Τζα­βέ­λαι­να, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Λάμ­πρου, ἡ Χά­ι­δω, ἡ κό­ρη τοῦ Γι­αν­νά­κη Σέ­χου, ἡ Δέ­σπω Μπό­τσα­ρη, ἡ Λέ­νω Μπό­τσα­ρη, καί οἱ ἄλ­λες ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στες Σου­λι­ώ­τισ­σες πού προ­τί­μη­σαν τόν θά­να­το ἀ­πό τήν ἀ­τι­μα­σμέ­νη ζω­ή.

Ἡ Χρυ­σά­ι­δω ἡ Με­σο­λογ­γί­τισ­σα, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Μή­τρου Δε­λη­γι­ώρ­γη, πού κα­τά τόν κίν­δυ­νο τῆς μά­χης προ­κά­λε­σε τόν ἄν­δρα της νά τήν σκο­τώ­σει ὁ ἴ­διος ἄν κιν­δυ­νέ­ψει νά πέ­σει στά χέ­ρια τῶν Τούρ­κων. Ἡ Βα­σί­λω, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Κί­τσου Τζα­βέ­λα, ἡ Χρυ­σάν­θη Βο­ρί­λα, ἡ Χρυ­σά­ι­δω Κα­ρα­βαγ­γέ­λη, ἡ Γυ­φτο­γι­άν­νε­να, κό­ρη τοῦ Κου­βα­ρᾶ, πού εἶ­χε δη­λώ­σει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά:

«Ἄν κα­τα­λά­βω τά δύ­σκο­λα θά βα­στή­ξω κι ἕ­να βό­λι γιά τό κε­φά­λι μου. Σκλά­βα στούς ἀ­ρα­πά­δες τοῦ Ἰμ­πρα­ήμ δέ θά πέ­σω.­.­.­».

Κι’ οἱ Μα­νι­ά­τισ­σες. Μιά ἀ­π’ ὅ­λες τους παίρ­νει τό θάρ­ρος ν’ ἀν­τι­τα­χθεῖ στόν Μαυ­ρο­μι­χά­λη, πού ἀ­παί­τη­σε νά φύ­γουν γιά νά σω­θοῦν: «Σω­στά τά λές, Κα­πε­τά­νι­ε, μά ἀ­στό­χη­σες πώς εἴ­μα­στε Μα­νι­ά­τισ­σες! Δέν πᾶ­με που­θε­νά! Ἐ­δῶ θά μεί­νου­με νά πο­λε­μή­σου­με!­». Κι’ ἔ­μει­ναν καί ἀν­δρα­γά­θη­σαν στή μά­χη τῆς Βέρ­γας.

Σου­λι­ώ­τισ­σες, Μα­νι­ά­τισ­σες, Με­σο­λογ­γί­τισ­σες, γυ­ναῖ­κες τῶν νη­σι­ῶν καί τῆς στε­ριᾶς. Κά­θε γω­νιά τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γῆς ἔ­χει νά δι­η­γεῖ­ται πῶς τοῦ­τες οἱ γυ­ναῖ­κες τρό­μα­ξαν τή φύ­ση καί στά­θη­καν στόν ἀ­γώ­να πο­λύ­τι­μες.

Τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα καί ἡ οὐ­σί­α τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως τοῦ 1821 εἶ­ναι αὐ­τό πού βάλ­λε­ται κα­τ’ ἐ­ξο­χήν στίς μέ­ρες μας καί ἀ­πει­λεῖ­ται ἀ­πό τήν λαί­λα­πα τοῦ σύγ­χρο­νου ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ. Για­τί τό Εἰ­κο­σι­έ­να δέν εἶ­ναι ἕ­νας ἁ­πλός χι­λι­ο­με­τρι­κός λί­θος στό δρό­μο τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ.

Εἶ­ναι μιά ἀ­φε­τη­ρί­α, ἕ­να ξε­κί­νη­μα, μιά ἐ­θνι­κή πα­λιγ­γε­νε­σί­α. Ἕ­νας θε­με­λι­ώ­δης ὅ­ρος δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, πού μᾶς ζη­τεῖ νά τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­σου­με τό­σο τό συ­ναί­σθη­μα ὅ­σο καί τή γνώ­ση μας. Γιά τόν ση­με­ρι­νό Ἕλ­λη­να πρέ­πει νά στέ­κει τό­σο ψη­λά, ὥ­στε νά ἀγ­γί­ζει τή σφαί­ρα τοῦ μύ­θου. Νά γί­νει θρύ­λος, ἐ­θνι­κό μνη­μεῖ­ο, σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γω­νι­στι­κῆς ἰ­δέ­ας, πού συμ­πυ­κνώ­νει καί ἐκ­φρά­ζει ὅ­λους μα­ζί τούς ἀ­γῶ­νες καί τά κλέ­η, ἀ­πό τό­τε πού ὑ­πάρ­χει συ­νεί­δη­ση ἑλ­λη­νι­κή.

Ἀλ­λά τό Εἰ­κο­σι­έ­να δέν ἦ­ταν μό­νο ἡ με­γά­λη πο­λε­μι­κή ἐ­πο­ποι­ΐ­α, πού ξα­νά­φε­ρε, δει­λή ἔ­στω καί ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νη, τήν πρώ­τη ἑλ­λη­νι­κή ἀ­νε­ξάρ­τη­τη πα­ρου­σί­α στό νε­ό­τε­ρο πο­λι­τι­κό χάρ­τη τῆς Εὐ­ρώ­πης, πα­ρά τίς ἀλ­χη­μεῖ­ες τῆς δι­ε­θνοῦς δι­πλω­μα­τί­ας καί τούς μι­κρο­ϋ­πο­λο­γι­σμούς καί τίς συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κές προ­κα­τα­λή­ψεις τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων.


Ἦ­ταν συγ­χρό­νως καί τό ἱ­στο­ρι­κό αἴ­τιο γιά ἕ­να πλῆ­θος συ­νέ­πει­ες καί ἐ­πι­δρά­σεις, πού προσ­δι­ο­ρί­ζουν ἀ­πο­φα­σι­στι­κά τή σύ­στα­ση καί τή ζω­ή τοῦ Νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Ἦ­ταν μιά με­γά­λη ἑλ­λη­νι­κή πρά­ξη, πού σφρά­γι­σε τή μοί­ρα ὄ­χι μό­νο τῶν δη­μι­ουρ­γῶν της ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν ἐ­πι­γό­νων τους γιά πάν­τα.

Ἦ­ταν ἀ­γώ­νας, πού ὄ­χι μό­νο στη­ρί­ζε­ται στό ἱ­στο­ρι­κό πα­ρελ­θόν μας καί τό δι­και­ώ­νει, ἀλ­λά προ­βάλ­λε­ται καί στό πα­ρόν καί στό μέλ­λον μας γιά νά τό ἐ­πη­ρε­ά­σει βα­θύ­τα­τα.

Τό Εἰ­κο­σι­έ­να συν­δέ­ει δυ­να­μι­κά καί ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να τόν Νέ­ο Ἑλ­λη­νι­σμό μέ τό δο­ξα­σμέ­νο ἱ­στο­ρι­κό πα­ρελ­θόν του.

Ἀ­πο­κα­θι­στᾶ, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, κα­τά τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό καί τε­λε­σί­δι­κο, τήν ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­κή συ­νέ­χεια. Μιά συ­νέ­χεια πού ἐ­ξε­λίσ­σε­ται μέ ἀ­νά­λο­γη λαμ­πρό­τη­τα καί ἡ­ρω­ι­σμό μέ τόν Μα­κε­δο­νι­κό Ἀ­γώ­να τοῦ 1903-1904, τούς Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους τοῦ 1912-1913 καί τήν ἐ­πο­ποι­ΐ­α τοῦ 1940-1.


Εἶ­ναι ὁ προ­αι­ώ­νιος καί δι­α­χρο­νι­κός πό­θος τῶν Ἑλ­λή­νων γιά ἐ­λευ­θε­ρί­α καί ἐ­θνι­κή ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α πού νι­κᾶ κά­θε κα­τα­κτη­τή, ὑ­περ­πη­δᾶ κά­θε ἐμ­πό­διο, πα­ρα­κάμ­πτει κά­θε ἀν­τι­ξο­ό­τη­τα, πα­ρα­βλέ­πει στρα­τι­ω­τι­κά καί ἀ­ριθ­μη­τι­κά με­γέ­θη καί κα­τα­λή­γει σέ νι­κη­φό­ρα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα χά­ρη στήν θε­όσ­δο­τη ἀν­δρει­ο­σύ­νη τῆς ψυ­χῆς τῶν Ἑλ­λή­νων. Τήν πε­ρι­γρά­φει εὐ­φυ­έ­στα­τα καί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ Ἄγ­γε­λος Τερ­ζά­κης στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πο­ποι­ΐ­α τοῦ 19­40-1941, ὅ­που πο­λέ­μη­σε καί ὡς ἔ­φε­δρος ἀν­θυ­πο­λο­χα­γός:

«­.­..Δέν ἤ­ξε­ραν (οἱ κα­τα­κτη­τές) πώς στή στε­γνή καί ἀ­μά­λα­γη τού­τη χώ­ρα πού ἦρ­θαν, πα­ρά­γε­ται ἀ­πό τά πα­νάρ­χαι­α χρό­νια ἕ­να ὀ­ξύ πού λει­ώ­νει κά­θε λῖ­πος, βά­ζει σέ σκλη­ρή δο­κι­μα­σί­α κά­θε στόμ­φο, κά­θε κομ­πα­σμό καί ἀ­λα­ζο­νεί­α: Τό πνεῦ­μα τοῦ κρι­τι­κοῦ ἐ­λέγ­χου» (Ἄγ­γε­λος Τερ­ζά­κης, Ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πο­ποι­ΐ­α τοῦ 19­40-1941).

Ἄς ξέ­ρουν οἱ ἀρ­χι­τέ­κτο­νες τῆς Νέ­ας Τά­ξης πραγ­μά­των, πού κρί­νουν μό­νο μέ τό μυα­λό καί τά νού­με­ρα, ὅ­τι «ἡ τύ­χη μᾶς ἔ­χει πάν­το­τε ὀ­λί­γους. Ὅ­τι ἀρ­χή καί τέ­λος, πα­λαι­ό­θεν καί ὡς τώ­ρα, ὅ­λα τά θε­ριά πο­λε­μοῦν νά μᾶς φᾶ­νε καί δέ μπο­ροῦ­νε. Τρῶ­νε ἀ­πό μᾶς καί μέ­νει καί μα­γιά». (Μα­κρυ­γιά­ννης)

«Μα­κά­ριος» λοι­πόν «ὁ λα­ός ὁ γι­νώ­σκων ἀ­λα­λαγ­μόν», ὅ­πως λέ­γει ὁ Ψαλ­μός (Ψαλμ. Πη΄ (πθ΄­), 1-5).
Χα­ρά δη­λα­δή στό λα­ό πού ξέ­ρει νά γι­ορ­τά­ζει τά με­γά­λα γε­γο­νό­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας του. Νά με­θᾶ ἡ ψυ­χή του ἀ­πό ἐ­θνι­κή ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Νά κά­νει ἆ­σμα καί παιᾶ­να τούς ἡ­ρω­ϊ­σμούς καί τίς θυ­σί­ες τῆς ψυ­χῆς του. Νά δι­δά­σκει τήν ἀν­δρεί­α καί τή φι­λο­πα­τρί­α τῶν προ­γό­νων του καί νά φρο­νη­μα­τί­ζει τίς γε­νε­ές πού ἔρ­χον­ται. Ὁ λα­ός αὐ­τός δέν χά­νε­ται ἀ­πό τό πρό­σω­πο τῆς γῆς. Δι­ό­τι ἔ­χει προ­ο­ρι­σμό στή ζω­ή καί ἔ­χει νά ἐ­πι­τε­λέ­σει ἔρ­γο στήν Ἱ­στο­ρί­α. Ἔρ­γο ὄ­χι πο­λε­μι­κό, ὄ­χι ἔρ­γο κα­τα­κτη­τι­κό, ἀλ­λά ἔρ­γο εἰ­ρη­νι­κό καί ἐκ­πο­λι­τι­στι­κό, ἔρ­γο «με­γά­λης ἰ­δέ­ας».

Ἔ­χου­με, λοι­πόν, οἱ πάν­τες ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά τι­μοῦ­με καί νά σε­βό­μα­στε τούς ἥ­ρω­ές μας καί τήν Ἱ­στο­ρί­α μας, ἀ­δι­ά­σπα­στη καί συ­νε­χῆ διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων, ὥ­στε νά ἐ­πι­βι­ώ­σου­με ὡς Ἔ­θνος μέ­σα στήν χο­ά­νη τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποι­ή­σε­ως.


Ἐ­πι­βάλ­λε­ται σθε­να­ρή καί ἄ­καμ­πτη ἀν­τί­στα­ση σέ ὅ­λα τά ἐ­πί­πε­δα καί πρός κά­θε κα­τεύ­θυν­ση. Ἀν­τί­στα­ση στόν ἀ­φελ­λη­νι­σμό καί στήν πα­ρα­χά­ρα­ξη τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση καί τόν ὑ­πο­βι­βα­σμό τῶν ἀρ­χῶν τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πο­δη­γέ­τη­ση καί τόν ἔ­λεγ­χο τῶν ἐ­πι­λο­γῶν καί τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ἀν­τί­στα­ση στούς σχε­δια­σμούς καί τίς ἐ­πι­βο­λές τῆς Νέ­ας Τά­ξε­ως Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς. Ἀν­τί­στα­ση στήν νέ­α ἠ­λε­κτρο­νι­κή φυ­λα­κή μέ­σῳ τῆς κάρ­τας τοῦ πο­λί­τη καί τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν καρ­τῶν, τίς ὁ­ποί­ες ἀρ­νού­με­θα νά πα­ρα­λά­βου­με. Ἀν­τί­στα­ση παν­τί σθέ­νει καί πά­σῃ δυ­νά­μει. Ἀν­τί­στα­ση μέ­χρις ἐ­σχά­των.

Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη καί ὄ­χι ἐ­πι­φα­νεια­κή, πού θά στη­ρί­ζε­ται στόν προ­σω­πι­κό μας ἁ­για­σμό καί τόν ἀ­να­βα­πτι­σμό μας, στά νά­μα­τα τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας. Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη σέ προ­σω­πι­κό, οἰ­κο­γε­νεια­κό, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό καί κοι­νω­νι­κό ἐ­πί­πε­δο.

Ἄς κά­νου­με τά σπί­τια μας νέ­α κρυ­φά σχο­λειά κι ἄς γα­λου­χή­σου­με τά παι­διά μας μέ τίς πα­ρα­δό­σεις τοῦ γέ­νους μας ὑ­πο­κα­θι­στών­τας ἐ­μεῖς τήν πλη­μμε­λή σχο­λι­κή ἐκ­παί­δευ­ση πού τούς πα­ρέ­χε­ται. Νά προ­βά­λου­με στά παι­διά μας τά πρό­τυ­πα τῶν ἁ­γί­ων καί τῶν ἡ­ρώ­ων μας, νά τούς ἐμ­πνεύ­σου­με τήν φι­λο­πα­τρί­α, νά τούς δι­δά­ξου­με σω­στά τήν γλώσ­σα μας καί τήν ἱ­στο­ρί­α μας.

Νά γί­νου­με οἱ ἴ­διοι φο­ρεῖς καί με­τα­λαμ­πα­δευ­τές αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­δό­σε­ως μέ συ­νέ­πεια καί εὐ­συ­νει­δη­σί­α στόν χῶ­ρο ἐρ­γα­σί­ας μας, στόν κοι­νω­νι­κό μας πε­ρί­γυ­ρο καί σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη εὐ­και­ρί­α μᾶς πα­ρέ­χε­ται.

Νά δρα­στη­ρι­ο­ποι­η­θοῦ­με μα­χη­τι­κά καί ἀ­γω­νι­στι­κά δί­νον­τας ἀ­νά πᾶ­σα στιγ­μή μαρ­τυ­ρί­α ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Νά κα­τα­στή­σου­με σα­φές σέ ὅ­λους αὐ­τούς πού κα­τερ­γά­ζον­ται τήν ὑ­πο­νό­μευ­ση τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος μας ὅ­τι θά μᾶς βροῦν ἀ­πέ­ναν­τί τους ἀ­κλό­νη­τους καί ἀ­με­τα­κί­νη­τους. Νά γνω­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ νί­κη, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, τῆς Κυ­ρί­ας μας Θε­ο­τό­κου καί τῶν Ἁ­γί­ων μας, θά εἶ­ναι δι­κή μας.

Ἄς μήν ξε­χνᾶ­με τό δί­δαγ­μα πού μᾶς δί­νει ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Γέ­νους μας, μέ τά λό­για τοῦ ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρος Κυ­πρια­νοῦ, ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κύ­πρου (1756-1821), πού ἀ­παν­τᾶ στόν Τοῦρ­κο Κι­ου­τσούκ Μεχ­μέτ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πει­λεῖ πώς θά ξε­πα­στρέ­ψει ὅ­λους τούς Ρω­μη­ούς ἀ­πό ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο, ἐκ­φρα­σμέ­νο ποι­η­τι­κά ἀ­πό τόν ἐ­θνι­κό ποι­η­τή τῆς Κύ­πρου, Βα­σί­λη Μι­χα­η­λί­δη, σέ ἐ­λεύ­θε­ρη δι­α­σκευ­ή:

«Κι­ου­τσούκ Μεχ­μέτ:

—­“ Ἐ­πί­σκο­πε, ἐ­γώ τήν γνώ­μη μου πο­τέ δέν τήν ἀλ­λά­ζω,
κι ὅ­σα κι ἄν πεῖς, μή θαρ­ρευ­τεῖς ὅ­τι θά σέ πι­στέ­ψω˙
ἔ­χω στό νοῦ μου, ἐ­πί­σκο­πε, νά σφά­ξω, νά κρε­μά­σω,
κι ἄν ἠμ­πο­ρῶ ἀ­π’ τούς Ρω­μη­ούς τήν Κύ­προ νά πα­στρέ­ψω.
Κι ἀ­κό­μα κι ἄν ἐμ­πό­ρε­γα τόν κό­σμο νά γυ­ρί­σω,
θέ νά σφά­ξω τούς Ρω­μη­ούς, ψυ­χή νά μήν ἀ­φή­σω”.


»Ἐ­πί­σκο­πος Κυ­πρια­νός:

—­“ Ἡ Ρω­μι­ο­σύ­νη εἶ­ν’ φυ­λή συ­νό­και­ρη τοῦ κό­σμου,
κα­νέ­νας δέν ἐ­βρέ­θη­κε γιά νά τήν ἐ­ξα­λεί­ψει,
κα­νέ­νας, για­τί σκέ­πει την ἀπ΄ τά ὕ­ψη ὁ Θε­ός μου.
Ἡ Ρω­μι­ο­σύ­νη θέ νά χα­θεῖ, ὅ­ταν ὁ κό­σμος λεί­ψει.
Σφά­ξε μας ὅ­λους κι ἄς γε­νεῖ τό αἷ­μα μας αὐ­λά­κι,
Κά­με τόν κό­σμο μα­κελ­λει­ό καί τούς Ρω­μη­ούς σφα­χτά­ρια,
μά γνώ­ρι­ζε πώς, σάν κο­πεῖ ἡ λεύ­κα ἡ δρο­σε­ρή,
τρι­γύ­ρω της πε­τά­γον­ται τρι­α­κό­σια πα­ρα­κλά­δια.
Τό ἄ­ρο­τρο ὀρ­γώ­νον­τας θαρ­ρεῖ τή γῆ πώς τρώ­ει,
μά τό ἴ­διο πάν­τα τρώ­γε­ται, τό ἴ­διο κα­τα­λυ­έ­ται”­.»


Ἡ Ρω­μι­ο­σύ­νη ἔ­ν’ φυ­λή συ­νό­και­ρη τοῦ κό­σμου,
κα­νέ­νας δέν εὑ­ρέ­θη­κεν γιά νά τήν ἰ­ξη­λεί­ψη,
κα­νέ­νας για­τί σκέ­πει την πού τ’ ἅ­ψη ὁ Θε­ός μου.
Ἡ Ρω­μι­ο­σύ­νη ἔ­ν’ νά χα­θῆ, ὄν­τας ὁ κό­σμος λεί­ψη.

(Βα­σί­λης Μι­χα­η­λί­δης, Κύ­προς)


Δη­μαρ­χεῖ­ο Ἀ­μα­ρου­σί­ου
Κυ­ρια­κή 20 Μαρ­τί­ου 2011





ΛIΓA ΛOΓIA ΓIA TOΝ YMNO EIΣ THN ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ


Eπιμέλεια Kλεοπάτρα Kατακάλου
Από το ΡΕΣΑΛΤΟ: Τεύχο-5, Απρίλιος 2006



«Όλοι μας ξέρουμε σήμερις απ’όξω τους στίχους ή μερικούς στίχους του Ύμνου· τους συνηθίσαμε, τους συχνολέμε και καταντήσαμε ίσως να μη βλέπουμε το αληθινό θάμα πού είτανε να γίνουνε τέτοιοι στίχοι στην εποχή που τους έκαμε ο Σολωμός…..
Αλήθεια, κ ’είναι ν ’απορήσει ο λογισμός, όταν αιώνες κ’ αιώνες η ποίηση σωπαίνει στα στήθια ενός λαού, κι’ ακούγεται άξαφνα μια φωνή που ως και τα κύματα στο γιαλό, που, ως και τα φύλλα στο δάσος τα γεμίζει με κάποιον πρωτότρεμο αντίλαλο της χαρμοσύνης.»

ΨΥΧΑΡΗΣ

To Mάη του 1823 ο Δ. Σολωμός, αντικρύζοντας απ’ τη Ζάκυνθο το θρυλικό Μεσολόγγι, το άπαρτο αυτό κάστρο της λευτεριάς, να χαροπαλεύει σ’ ένα άνισο αγώνα με τους Τούρκους, συνέθεσε –μέσα σ’ ένα μήνα καθώς λέγεται- τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» σε ηλικία 25 ετών.

Δύο χρόνια αργότερα (1825) ο «Ύμνος» τυπώθηκε με τη φροντίδα του Σπ. Τρικούπη στο πολιορκημένο από τον Ιμπραήμ Μεσολόγγι, στο τυπογραφείο του Δ. Μενεσθέως.

Μετά την πρώτη ενθουσιαστική κριτική του Τρικούπη στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» αντίτυπα του «Ύμνου» μοιράστηκαν σ’ όλη την επαναστατημένη χώρα, στους άπορους δωρεάν και στους εύπορους «έναντι εκατό παράδων» για τις ανάγκες του νοσοκομείου Ναυπλίου.

Ο «Ύμνος» μελοποιήθηκε στα 1828-1830 (πρώτη μελοποίηση) από τον Κερκυραίο Νικόλαο Χαλκιόπουλο Μάντζαρο (1795-1872), που συνέδεσε έτσι για πάντα την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα με την αθάνατη δόξα του Σολωμού.



Ο Σολωμός του έλεγε χαρακτηριστικά: «Όσο περισσότερο εμβαθύνω στην τέχνη σου, τόσο περισσότερο εμπνέομαι στην δική μου».

Σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του ο Μάντζαρος αφιερώθηκε ολόψυχα στη μουσική απόδοση του «Ύμνου», τον οποίο μελοποίησε συνολικά τρεις φορές.

Η μουσική που ψάλλομε σήμερα προέρχεται από την πρώτη μελοποίηση που τυπώθηκε στο Λονδίνο ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Συγκεκριμένα από τις δυο πρώτες στροφές με απλουστεύσεις. Η μελοποίηση αυτή έγινε για τετράφωνη ανδρική χορωδία με συνοδεία ορχήστρας, μικρά πρελούντια και ιντερμέτζα ανάμεσα στις διάφορες στροφές που αλλάζουν ρυθμούς.

Στα 1865 καθιερώθηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ως εθνικός και κατέχει μαζί με τη «Μασσαλιώτισσα» ξεχωριστή θέση ανάμεσα σ’ όλους τους υπόλοιπους εθνικούς ύμνους.

Ο Ύμνος αποτελείται από 158 στροφές και μπορεί να χωριστεί στις εξής ενότητες:


(Στρ. 1-16) Χαιρετισμός προς την ελευθερία που ανασταίνεται από τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων. Η άρνηση βοήθειας από τους ισχυρούς της Ευρώπης. Η οδύνη της ελληνικής ψυχής αλλά κι η απόφαση να οδηγήσει τη χώρα στην Ελευθερία.
...
Ναί· àλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου μέ ορμή,
Πού ακατάπαυστα γυρεύει
Ή τή νίκη ή τή θανή.

...

(Στρ.17-34) Η εξάπλωση της επανάστασης, η συμπάθεια ορισμένων χωρών κι η εχθρότητα των ευρωπαίων ηγεμόνων.

Η τιτανική μορφή της Ελευθερίας παρομοιάζεται σαν το θεριό που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.
...
Τρέχει, τρέχει όλα τά δάση,
Τά λαγκάδια, τά βουνά,
Καί όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά·

...

(Στρ. 35-74) Η πολιορκία της Τριπολιτσάς κι ο αφανισμός των Τούρκων.

Στροφές ασύγκριτες σε δύναμη σύλληψης και φαντασίας που δημιουργούν ατμόσφαιρα «δαντική» και προκαλούν σύγκρυο στη ψυχή.
...
Σάν ποτάμι τό αίμα εγίνη
Καί κυλάει στή λαγκαδιά,
Καί τό αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς γιά τή δροσιά.

...

(Στρ. 75-87) Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια.. Η ψυχή του Ποιητή οραματίζεται μέσα σε μια άφταστη λυρική μεταρσίωση τον καινούργιο κόσμο που ξεπροβάλλει, καρπό των αγώνων της Ελευθερίας.
...
H ψυχή μου αναγαλλιάζει
Πώς ο κόρφος καθεμιάς
Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
Γάλα ανδρείας καί ελευθεριάς.

...



(Στρ. 88-122) Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγιού ανήμερα των Χριστουγέννων, όπου Θρησκεία κι Ελευθερία με ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό ενώνονται στον ιερό σκοπό τους.
...
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
Φώς τό χέρι, φώς τό πόδι,
Κι όλα γύρω σου είναι φώς.

...

(Στρ. 123-138) Τα κατορθώματα των Ελλήνων στη θάλασσα κι η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδος. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ κι η συναισθηματική απήχηση που είχε στη ψυχή των Ελλήνων. Η κατάρα σε θαυμάσια ποιητική σύλληψη υψώνεται με δέος σ’ όλο το σύμπαν.


...
Τήν ακούω, βροντάει, δέν παύει
Εις τό πέλαγο, εις τή γή,
Καί μουγκρίζοντας ανάβει
Τήν αίώνιαν αστραπή.

...
(Στρ. 138-158) Eπίλογος… Πικρή κριτική κατά των ευρωπαίων ηγεμόνων που στέκονταν εμπόδιο στην απελευθέρωση της Ελλάδας. ΄Εκκληση της θεάς Ελευθερίας στους αγωνιστές να κατανικήσουν τη διχόνοια που ζητάει να μαδήσει όλες τις δάφνες της νίκης τους.
...
H Διχόνοια πού βαστάει
Eνα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Πάρ’ το, λέγοντας, καί σύ.
...
...
Στό αίμα αυτό πού δέν πονείτε
Γιά πατρίδα, γιά θρησκειά,
ΣÄς ïρκίζω àγκαλιασθήτε
Σάν αδέλφια γκαρδιακά.

...

Θερμός υπερασπιστής της γλώσσας του λαού ο Σολωμός προσπάθησε σ’ όλο του το έργο ν’ ανυψώσει και να επιβάλει τη λαϊκή γλώσσα ως πνευματικό όργανο του ΄Εθνους: «Μήγαρις έχω άλλα στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». (Φράση από το «Διάλογο»). Κι όπως χαρακτηριστικά είπε ο Πολυλάς «έκαμε αληθινή αποκάλυψη αγνώστων δυνάμεων της γλώσσας».

Ο «΄Υμνος» μεταφράστηκε σ’ όλη την Ευρώπη και ξεσήκωσε παγκόσμια τον ενθουσιασμό των φωτισμένων πνευμάτων όπως Β. Ουγκώ, Γκαίτε, Λαμαρτίνου, Πούσκιν. Παρ’ όλο το ελληνικό του περιεχόμενο ανταποκρινόταν και σ’ αυτή την ευρωπαϊκή αστική συνείδηση. Ο Σολωμός θεωρήθηκε σαν ένας γκρεμιστής των αρχών της Ιεράς Συμμαχίας και συνεχιστής της Γαλλικής Επανάστασης στην ποίηση.

Για τις τυχόν ατέλειες που έχουν εκφραστεί για τον «΄Υμνο» θα παραπέμψουμε στα ίδια τα λόγια του Ποιητή:

«Διδάσκαλε, πίστευσέ με, η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά είναι ξεχείλισμα της ψυχής».

Αυτό το ξεχείλισμα ψυχής είναι και το μυστικό της αθανασίας του. Κι όσο ξεμακραίνουμε απ’ αυτή τη Γιγαντομαχία, τόσο γίνεται πιο αισθητό ότι οι αγωνιστές θεμελίωσαν ένα λεύτερο παρόν κι ο Σολωμός με τον «΄Υμνο» του ξυπνά τη λευτεριά στη ψυχή των Ελλήνων.

Από τις παραδόσεις του αειμνήστου φιλολόγου,
καθηγητού μέσης εκπαίδευσης, Αλέκου Παπαγεωργίου



πηγή:
Σαντορινιός