Ένα ιστολόγιο που πηγαίνει σχολείο και αγωνιά για την παιδεία .

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

"Τα χαρίσματα"

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ράφτης αλλιώτικος απ' τους άλλους. Ύφαινε τα ρούχα των ανθρώπων απ' τα λόγια τους. Έπαιρνε τις λέξεις κι έφτιαχνε ένα ύφασμα που τους ήταν απολύτως ταιριαστό. Το έκοβε και το έραβε στα μέτρα τους χρησιμοποιώντας κάθε φορά τις παύσεις τους, τα ερωτηματικά τους και τα κόμματα, για κλωστή, κόπτσες και κουμπιά.

Στο τέλος τα στόλιζε με τα θαυμαστικά τους. Τα μυστικά τους τα έφτιαχνε φόδρα και τα όνειρά τους τα έβαζε είτε μαντηλάκι στο σακάκι, είτε φουλάρι που διακοσμούσε το φόρεμα, κορδέλα στα μαλλιά αν ήταν για μικρό κορίτσι ή ζώνη αν το ρούχο προοριζόταν για αγόρι μια σταλιά.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χτίστης που δεν έμοιαζε με κανέναν στον κόσμο. Έχτιζε τα σπίτια των ανθρώπων απ' τις χειρονομίες τους. Τις κινήσεις των χεριών τους στον αέρα, το βάδισμά, τον τρόπο που ξάπλωναν, πλένονταν, αγκαλιάζονταν. Απ' όλα αυτά έφτιαχνε τα υλικά της δουλειάς του, άλλοτε ατσάλι σκληρό, άλλοτε άμμο, άλλοτε πέτρες, ασβέστη, μετάξι κι έχτιζε στον καθένα το σπίτι που του ταίριαζε απόλυτα.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μάγειρας τόσο διαφορετικός από τους άλλους που τον ζήλευαν όλοι οι μάγειρες του κόσμου. Έφτιαχνε τα φαγητά που άρεσαν στον καθένα χωρίς να χρειάζεται παραγγελιά. Οι μυστικές του συνταγές ήταν τα συναισθήματα και τον χαρακτήρα των ανθρώπων κι αυτά για να τα καταλάβει τού ήταν αρκετό να ρίξει μια μόνο ματιά στα πρόσωπά τους. Έτσι σ' άλλους πρόσφερε φαγητά καυτά σαν το πάθος τους, σ' άλλους ξινά σαν τα μούτρα τους, πικάντικα σε άλλους και σ' άλλους άγευστα, ανάλατα, αλάδωτα και ωμά όσο και η τσιγκουνιά τους.
Την ιδια εποχή μ' αυτούς τους τρεις σπάνιους και τόσο ταλαντούχους τεχνίτες ζούσε βέβαια κι ένα ακόμα πιο σπάνιο παιδί. Τόσο σπάνιο ήταν το παιδί αυτό που ούτε ο ράφτης μπορούσε να το ντύσει, ούτε ο χτίστης να του φτιάξει ένα παιδικό δωμάτιο που να του ταιριάζει, ούτε και ο μάγειρας να του μαγειρέψει επιτέλους κάτι που να του αρέσει. Το σπάνιο χάρισμα που είχε αυτό το παιδί ήταν πως δεν είχε εαυτό. Μπορούσε να αλλάζει όπως ο καιρός. Πάνω που το καταλάβαινες κι έλεγες: "έτσι είναι", αυτό άλλαζε μεμιάς και σ' έκανε να τα χάνεις όπως μετά από ένα μπουρίνι μια απροσδόκητη λιακάδα. Εκεί που έκλαιγε γελούσε, εκεί που θύμωνε ημέρευε, εκεί που μάλωνε φιλιόνονταν, εκεί που κοιμόταν ξυπνούσε, εκεί που ήταν έτσι γινόταν αλλιώς κι εκει που ήταν αλλιώς γινόταν έτσι. Δεν είχε στιγμή ησυχίας, δεν ήξερε από σταθερότητα, δεν είχε ένα πρόσωπο με μία έκφραση, κάποια συναισθήματα, συγκεκριμένες προτιμήσεις. Τα είχε όλα και τίποτα απ' όλα.
Ο ράφτης, ο μάγειρας και ο χτίστης έπεσαν μια μέρα σε βαθιά περισυλλογή.
Όλος ο κόσμος τους επιβρέβευε. Όλοι ήταν τόσο πολύ ευχαριστημένοι μαζί τους. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλη τη χώρα που να μην τους ευγνωμονεί, εκτός, από το μικρό παιδί που πάντα τους προσπερνούσε κάνοντας χίλια δυο κόλπα, απ' τα πιο αστεία μέχρι τα πλέον δραματικά χωρίς να τους δίνει καμιά αφορμή να το ικανοποιήσουν.
"Ποτέ δεν ρωτάμε κανέναν τι θέλει", είπε ο ράφτης, "γιατί και οι τρεις είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε. Τι θα κάνουμε μ' αυτό το παιδί που ποτέ δεν ευχαριστήσαμε";
Ήταν σίγουροι πολύ καλοί και οι τρεις τους και δεν ήθελαν να μείνει ούτε ένας σε όλη την χώρα που δε θα του έδιναν αυτό που ήθελε κι αυτό που του ταίριαζε.
"Μάλλον πρέπει να κάνουμε πέτρα την καρδιά και να το ρωτήσουμε τι θέλει, αφού όσο κι αν προσπαθούμε δεν βγάζουμε άκρη μ' αυτό το παιδί" απάντησε ο χτίστης.
"Θ' αρχίσει πάλι να κάνει τα δικά του. Δεν υπάρχει περίπτωση να μας δώσει την ελάχιστη σημασία", συμπλήρωσε γεμάτος απογοήτευση ο μάγειρας. "Έχω ταϊσει χιλιάδες και χιλιάδες παιδιά και όλα έφαγαν όλο τους το φαγητό και τα περισσότερα μου ζήτησαν και δεύτερο πιάτο. Μ' αυτό το παιδί δεν έχω καμιά ελπίδα".
Μπορεί όλος ο κόσμος της χώρας τους να τους είχε δοξάσει, μπορεί όλος ο υπόλοιπος κόσμος να τους ζήλευε φριχτά και κάποιοι να τους φθονούσαν κιόλας για τα εξαιρετικά τους χαρίσματα, αλλά αρκούσε η απογοήτευση που έπαιρναν από αυτό το παιδί για να τους οδηγήσει σ' ένα αίσθημα τεράστιας αποτυχίας και μελαγχολίας βαθιάς.
Πίσω απ' την πλάτη τους ακούστηκε τότε μια φωνή να λέει:
"Κάνετε τους σπουδαίους και νομίζετε πως βρήκατε το μυστικό της ευτυχίας. Το χειρότερο είναι πως το νομίζουν και όλοι οι άλλοι που τους φτιάχνετε ρούχα, σπίτια και φαγητά ταιριαστά. Κι έτσι αυτή η χώρα μένει πάντα καρφωμένη στο ίδιο σημείο μιας ευτυχίας ψεύτικης. Τίποτα δεν προχωρά και τίποτα δεν αλλάζει. Το χαμόγελο έχει κολλήσει πάνω στα πρόσωπα όλων σαν χάρτινη χαλκομανία και δεν έχει καμιά ζωή πάνω του. Όλοι νομίζουν πως είναι ευχαριστημένοι και περισσότερο απ' όλους εσείς. Σιγά το σπουδαίο πράγμα που κααφέρατε. Το χάρισμα που σας δόθηκε το υποδουλώσατε στις διαθέσεις, στις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων κι έτσι το μετατρέψατε σε κατάρα. Γιατί το χάρισμα είναι φτιαγμένο για να οδηγεί ελεύθερο, να αλλάζει και να μεταμορφώνει τον κόσμο, όχι να τον επιβεβαιώνει και να τον κάνει να στρογγυλοκάθεται βολεμένος στην πολυθρόνα του.
Ράψε ράφτη ένα κουστούμι αταίριαστο σε κάποιον και άφησέ τον να βρει τον τρόπο να χωρέσει μέσα του βρίσκοντας καινούριες λέξεις που ποτέ δεν φαντάστηκε.
Χτίσε χτίστη σπίτια από ετερόκλητα υλικά να μάθουν να συμβιώνουν οι μεταξένιοι άνθρωποι με τους ατσάλινους κι οι αμμώδεις με τους πέτρινους. Ανακάτεψέ τα όλα, μπέρδεψέ τα να γεννηθούν νέοι άνθρωποι που θα έχουν κάτι απ' όλα πάνω τους.
Κι εσύ μάγειρα βάλε λίγο αλάτι στον ανάλατο και λίγη ζάχαρη στον πικρό. Πώς θα ομορφύνει ο κόσμος αν κάθε τι και καθένας έχει μόνο μια γεύση;"
Οι τρεις άνθρωποι σηκώθηκαν και κοίταξαν το παιδί παραξενεμένοι. Είχαν χάσει ολότελα τα λόγια τους. Μόνον ο μάγειρας που είχε μεγάλη αδυναμία στα παιδιά τόλμησε να το ρωτήσει:
"Κι εσύ λοιπόν τι θέλεις για τον εαυτό σου;"
Το μικρό παράξενο παιδί με τα αχτένιστα μαλλιά και τα χέρια στις τσέπες χαμογέλασε:
"Εγώ είμαι εσείς οι τρεις μαζί και κανένας από σας. Θέλω ό,τι δεν θέλω και μπορώ ό,τι δεν μπορώ. Θέλω μόνο να γελώ όταν κλαίω και να κλαίω όταν γελώ. Να δέχομαι ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνω και να καταλαβαίνω όταν δεν δέχομαι. Να τολμώ το ακατόρθωτο και να φοβάμαι το εύκολο. Μα περισσότερο απ' όλα θέλω να μην εξαρτιέμαι από μένα κι απ' τους άλλους. Καλή δουλειά τώρα φίλοι μου, σας χαιρετώ και πάω εκεί που ο τόπος δεν έχει στεριά ούτε θάλασσα. Εκεί που ο χρόνος δεν έχει πριν και μετά. Που το ένα περιεέχει τα πάντα και τα πάντα το ένα. Που όλα χωρούν γιατί κάποιος χωρά την ποικιλλία τους".
Αυτά είπε το μικρό παράξενο παιδί κι έγινε αχτίδα πολύχρωμη που χάθηκε στον ουρανό.
Οι τρεις τεχνίτες λυπήθηκαν πολύ με την αποχώρησή του κι επειδή δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν κάτι για να το ευχαριστήσουν αποφάσισνα αμέσως να εφαρμόσουν τις συμβουλές του. Ειδαν τότε τον ήλιο να γίνεται πολύχρωμος κι ο κόσμος λίγο λίγο, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, άρχισε να γίνεται αληθινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου