ο Γιάννης αποφάσισε να ξεκουραστεί λίγο. Έβαλε τις παντούφλες του (MADE IN BRAZIL),
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012
ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΑ ΒΑΖΩ, ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΑ ΒΓΑΖΩ. ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΕΡΜΑ ΚΑΙ ΨΟΦΟΥΝ;
ο Γιάννης αποφάσισε να ξεκουραστεί λίγο. Έβαλε τις παντούφλες του (MADE IN BRAZIL),
Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011
Τρελοί ως Έλληνες
του Σταύρου Καρκαλέτση*
Υπάρχει κάτι που δεν αναφέρεται σε κανένα μνημόνιο. Σε καμιά ευρωσυνθήκη. Σε κανένα Μάαστριχτ. Που είναι παντελώς άγνωστο, ως έννοια, στους βρυξελικούς χαρτογιακάδες, στους “σιδερωμένους” χρηματιστές της Φρανκφούρτης, στα “καρχαριοειδή” της Wall Street.
Η έννοια αυτή, είναι παντελώς άγνωστη και στους “απεδώ” εγχώριους τοποτηρητές και τσιράκια του πιο θλιβερού εφιαλτικού δωσιλογισμού. Δεν απαντάτε στο (αποκαλούμενο και) υπουργείο Εξωτερικών, στο μαυσωλείο που λέγεται Προεδρικό Μέγαρο, στην Αθηναϊκή Λέσχη, σε στοές και παραστοές, δεν απαντάτε γενικώς στα πολλά και ποικιλώνυμα κάστρα της εθνικής αφασίας, της ευρωλιγούρας, της τουρκοκαψούρας και της ευλύγιστης μέσης.
Αυτό το “κάτι” που θα θυμίσω ευθύς αμέσως, απέχει χιλιόμετρα από τις αθηναϊκές Φιλιππινέζες του πηλιογουσισμού, απέχει μίλια από τα διάτρητα κάστρα της διαπλοκής, απέχει παρασάγγας από την ανυπέρβλητη δυσωδία των υπονόμων της αθηναϊκής χωματερής, του μικροελλαδικού ενδοτισμού.
Αυτό το “κάτι” είναι τούτο που οι πρόγονοί μας αποκάλεσαν ΗΡΩΙΚΗ ΗΘΙΚΗ. Είναι αυτή η υπέροχη, και μοναδική, και ατόφια ελληνική, αλυσίδα θυσιών και αίματος, που ξεκινά από τον Κόρδο τον Αθηναίο. Που γνώριζε. Και όμως πήγε. Και έπεσε.
Και φεύγει η αλυσίδα και πάει στο Λεωνίδα και τις Θερμοπύλες…
Στον Λέοντα Σγουρό και τον Ακροκόρινθο…
Τον Παλαιολόγο και την Πόλη….
Τον Αθανάση Διάκο και την Αλαμάνα….
Τον δήμαρχο Λεμεσού Σώζο και το ηπειρώτικο Μπιζάνι…
Τον Δαβάκη και την Πίνδο…
Τον Κουρούπη και την Κερύνεια…
Τον Σολωμό πάνω στην παντιέρα της κατοχής, στη Δερύνεια…
Όλοι τούτοι, και χιλιάδες χιλιάδων, ανώνυμοι κι επώνυμοι, είχαν έναν κοινό: Ενώ έβλεπαν το τέλος, έμειναν. Κι έπεσαν. Και στα πληγωμένα, λογχισμένα, ματωμένα κορμιά τους, σμιλεύτηκε αυτό που λέμε ΗΡΩΙΚΗ ΗΘΙΚΗ . Άλλο ένα δώρο των Ελλήνων στους υπολοίπους.
Αυτοί οι “ωραίοι τρελοί” που έμειναν κι έπεσαν, ήταν το λιπαντικό που κινούσε, κινεί, και θα κινεί (η φύτρα πάντα θα βγάζει…) τα γρανάζια της Ιστορίας μας. Το λίπασμα που πάνω του άνθιζε το άνθος που λέμε ελευθερία.
Ωραίοι ως Έλληνες. Τρελοί ως Έλληνες. Συμπεριφορές ανεξήγητες, άντε άσκοπες, για τους “πολιτισμένους” του βορρά. Μη εξηγήσιμες στην λογική των καιρών μας, τώρα που τα μνημόνια μας πάνε για μνημόσυνα. Συμπεριφορές δυσνόητες στους νεοδωσίλογους, τους γερμανασφαλήτες, τους αμερικανολάγνους, τους ευρωμνημονιόπληκτους…
Υπέρ πατρίδος οι “ωραίοι τρελοί”, υπέρ παρτίδος οι μνημονιοφύλακες! Καθείς εφ’ ω ετάχθη….
“Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς”, που θα’ λεγε και τώρα αν ζούσε ο μεγάλος Θοδωράκης. Όχι ο Πάγκαλος! Ο άλλος, κείνος που μιλάμε ακόμη ελληνικά εξ’ αιτίας του και δεν λέμε στο γιο μας “φάε να μεγαλώσεις, να πάς φαντάρος Μουσταφά!”
Όλοι τούτοι οι “ωραίοι τρελοί”, οι εξαίσιοι και μοναδικοί, μας κοιτούν, μέσα από τις γρίλιες του πιο ηρωικού μας χθες! Μέσα από σκονισμένα βιβλία, ξεθωριασμένες μα πάντα θεσπέσιες εικόνες, περικυκλωμένοι από χρώματα και αρώματα, οι “τοις κείνων ρήμασι” μας θωρούν. Και περιμένουν…
Έτσι κι αλλιώς, καμιά επανάσταση ίσαμε τώρα, δεν έγινε από “λογικούς”.
Ο τόπος τούτος αντέχει στους καιρούς της τρέλας, ακριβώς γιατί βγάζει “τρελούς”. Εραστές του άπιαστου και του ωραίου. Μονομάχους των Ιδεών και των Θυσιών.
Χίλιες, χίλιες κι αμέτρητες φορές με τους “τρελούς” μας Λεωνίδες, τους μικρούς και μεγάλους, τους γνωστούς και άγνωστους. Γιατί τις Θερμοπύλες, ακολούθησαν και πάντα ακολουθούν, οι Σαλαμίνες…
(*Ιστορικός, πρόεδρος ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α.)
πηγή:Τρελογιάννης
Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011
Άφετε τα παιδία...

Γράφει: Ο Δημήτρης Νατσιός
«Για να σωθεί η Ελλάδα
στους καιρούς τους ύστατους
θέλει ένα Καιάδα
γκρεμοτσακίτστε τους»
Ν.Γκάτσος
«Έτσι για μας τους Έλληνες. Περάσανε από την πλάτη μας άγριες ανεμοζάλες κάθε λογής, αγριάνθρωποι σκληροί, φονιάδες με σπαθιά με κοντάρια και με άρματα κάθε λογής, Πέρσες, Αλαμάνοι, Φράγκοι, Αραπάδες, Τούρκοι κι άλλοι. Μας σφάζανε, μας κομματιάζανε, μας κρεμάζανε, μας σουβλίζανε, μα δεν πεθάναμε, γιατί μας ατσάλωνε ο αγώνας, δίναμε φωτιά στη φωτιά…». (Φ.Κόντογλου. «Μυστικά Άνθη», σελ 12, εκδ. «Αστήρ»)
Πρέπει, εμείς οι Ρωμηοί, να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, τα καίρια και τα ουσιώδη του βίου. Είμαστε «καταδικασμένοι» ως έθνος ιστορικό να στραφούμε πίσω «όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλήν του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω» γράφει ο σοφός αθηναιογράφος Δημ. Καμπούρογλου. Να ανακαλύψουμε και πάλι «το άριστον εκείνο, Ελληνικός/ ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν» (Κοβάφης).
«Να σωθεί το κράτος» ψελλίζουν τα ψοφίμια της πολιτικής και εννοούν την διαιώνιση της ελεεινής βιοτής τους, την εξαπάτηση ενός ολόκληρου λαού, τον εκφυλισμό του.
Ας μην απορούμε για το κατάντημά μας. Είναι ιστορικό αξίωμα. Πριν φτάσεις στην υλική κατάρρευση προηγείται μια πνευματική ήττα. Ο στρατηγός Μακρογιάννης συνοψίζει σε μία φράση την ήττα. «Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη είς την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν».
Τρία πράγματα εχάλασαν την Ρωμανία κατά τον πατριδοφύλακα αγωνιστή: η απιστία, η αφιλοπατρία (ο πόνος για την πατρίδα) και η έλλειψη αρετής (και εξυπονοεί προφανώς την ανηθικότητα). Αυτό είναι και το μυστικό υφάδι, ο μίτος που θα μας επανενώσει με τους κεκοιμημένους μας, τα ευκλεή λείψανα του Γένους που εβαρέθηκαν στο μνήμα εκαρτερώντας. Και οφείλουμε, όσοι γράφουμε, ψευτογράφουμε πέντε αράδες να ανασύρουμε από τις πνευματικές μας σιταποθήκες κείμενα πίστης, φιλοπατρίας και αρετής για να αναθαρρήσουμε, εμείς οι Έλληνες, σε τούτους τους καιρούς του ύστατους.
«Ο φόβος κερδίζει ολοένα έδαφος μέσα τους σαν γάγγραινα» μονολογεί με θλίψη ο Σεφέρης για τα χρόνια τα κατοχικά. Και δεν μιλώ για χαζοαισιοδοξίες και παρηγοριές της μιας πεντάρας. Οι Φράγκοι τοκογλύφοι και τα εντόπια άταφα πτώματα, δεν θα μας σώσουν, έστω και οικονομικά («παλιόφραγκοι που πέφτετε/ σαν όρνια στα ψοφίμια/ εσείς πάντοτε κυνηγοί/ και πάντα εμείς αγρίμια»).
Τα δυτικά «όρνια» θα μας «σώσουν» αν υποκύψουμε στους εκβιασμούς της Τουρκίας και παραδώσουμε το Αιγαίο και όταν προδώσουμε την ιστορία της Μακεδονίας. Τότε θα βρεθούν τα δισεκαταμμύρια εν μια νυκτί).
Θέλω να πω κάτι, δίκην εξομολογήσεως, για να καταλάβουμε πόσο σημαντικό είναι να αγωνίζεσαι, εν μέσω ανείπωτης λύπης, εν μέσω φόβου και τρόμου, να αρθρώσεις μια λέξη, στηριγμού, έναν καλό λόγο, ένα «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» του αγίου Χρυσοστόμου.
Χάρις και στις τηλεοπτικές εκκενώσεις, σε κάθε γωνιά της πατρίδας, από άκρου εις άκρον, όλοι μας τονθορύζουμε (σημαίνει ψιθυρίζω μετά γογγυσμού ) περί των μέτρων, των συνεπειών, για το μέλλον, τα αποφώλια τέρατα της ανεργίας, την αναξιοπρέπεια και την οδύνη της φτώχειας.
Το μαράζι μπήκε στα σπίτια, κατατρώει τα σωθικά των οικογενειών. Τα παιδιά είναι μπροστά, βιώνουν (βλέπουν, ακούν, αισθάνονται) τραγωδίες.
Μία «παραπλευρη απώλεια», όπως θα υποστήριζαν τα σαπρόφυτα της Νέας Τάξης, είναι τα παιδιά. Τα παιδιά σιγά-σιγά δεν παίζουν, τα παιδιά, τα Ελληνάκια, θα χάσουν, θα μας στερήσουν ένα από τα ελάχιστα πράγματα που μας υπενθυμίζουν την ομορφιά του κόσμου, την μεγαλοπρεπή απλότητα του παραδείσου: το γέλιο τους.
Πρώτες μέρες στο σχολείο, χωρίς βιβλία ( μια παραίτηση για λόγους ευθιξίας.
Ευθιξία; τι είναι αυτό; τρώγεται, αναρωτιούνται οι εθνομητριές του υπουργείου διά βίου αμάθειας και βλακείας), χωρίς επιχορηγήσεις, δάσκαλοι τετρομαγμένοι, διότι το φάσγανο της «εφεδρείας» διαπερνά και τον στενό τομέα και ….στη μέση τα παιδιά. (Θα γράψει ο Ντοστογιέφσκι. «Οι τρεις θησαυροί που μας μένουν από τον χαμένο παράδεισο:
-τα γέλια των παιδιών
-τα χρώματα των λουλουδιών
-το κελαήδημα των πουλιών).
Κανόνας αναντίρρητος της τέχνης του δασκάλου είναι ότι αυτός διδάσκει με τη ζωή του. Αυτό που είμαστε, αυτό εισπράττουν και αφομοιώνουν οι μαθητές.
«Αρχέτυπον βίου, νόμος έμψυχος, κανών και όρος ευζωίας. Τον γάρ διδάσκοντα τοιούτον είναι χρη», ο δάσκαλος είναι πρότυπο και διαπαιδαγωγεί με το παράδειγμά του γράφει ο ιερός Χρυσόστομος («Εις Α’ Τιμ. Όμιλ ΙΓ, 1 , ΕΠΕ 23, 330).
Ας αναλογιστούμε τις τρομερές αναθυμιάσεις, την καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που εισπνέουν τα παιδιά, από δω και πέρα, εφεξής σε σπίτι και σχολείο. Ήδη κάτι συμβαίνει μες στις τάξεις μας.
(Μιλάω για παιδιά της Ε΄Δημοτικού). Πλανάται ο φόβος. Τα καημένα τα σακατεύουμε με την μαυρίλα και τις περιρρέουσες φοβέρες που νυχθημερόν εξαπολύει η υβριδιοκαθεστωτική μαγαρισιά και ανικανότητα.
Οφείλουμε όμως, όσοι ζωντανοί, να βάλλουμε υποστυλώματα, να απλώσουμε, να τείνουμε «χείρα βοηθείας και συμπαθείας» στα θύματα, στα πραγματικά αθώα θύματα της κρίσης. Είναι ώρα να φανούμε Κυρηναίοι, να βαστάξουμε, εν ιλαρότητι καρδίας, τα βάρη των εμπερίστατων οικογενιών.
Και, γιατί όχι, όσοι πιστοί, ας επαναλάβουμε τους στίχους από εκείνο το ωραιότατο ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως, που προφανώς ευρισκόμενος εν μέσω θλίψεων και συμφορών του βίου προσφεύγει, ο τάλας, πού αλλού, στην Θεοτόκο, την χαρά των θλιβομένων. Τώρα που μας εκύκλωσαν αι ζάλαι του βίου, ωσπερ μέλισσαι κηρίον, ας σηκώσουμε τα αγύριστα κεφάλια μας, το βλέμμα μας στον ουρανό.
Εκεί θα βρούμε σκέπη, προστασία και γαλήνη. Εμείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες, οι Ρωμηοί, όταν κινδυνεύουμε δεν παρακαλάμε τα όρνια της Δύσης και της Ανατολής - «το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε» θα έλεγε σ’αυτήν την περίπτωση ο ποιητής - αλλά ψάλλουμε παρακλητικούς κανόνες, φωνάζουμε την Παναγία με τον τρόπο του Κολοκοτρώνη.
«Ο Αναγνωσταράς, Μπεηζαντές, Μπούρας πάνε στο Λεοντάρι έμεινα μόνος μου με το άλογο μου εις το Χρυσοβίτσι γυρίζει ο Φλέσσας και λέγει ενός παιδιού: «Μείνε μαζί του μην τον φάνε τίποτες λύκοι». Έκατσα έως που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου• ήτον μία εκκλησία εις τον δρόμον (η Παναγία στο Χρυσοβίτσι) και το καθισιό μου ήτον όπου έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου, βοήθησε και τούτην την φορά τους Έλληνες διά να εμψυχωθούν». Και επήρα έναν δρόμο κατά την Πιάνα. Εις τον δρόμον απάντησα τον ξαδελφόν μου Αντώνιον, του Αναστάση Κολοκοτρώνη, με εφτά άνηψίδια μου, εγινήκαμεν εννιά, και το άλογο μου δέκα εγώ ήμουν και χωρίς τουφέκι».
(«Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής»).
«Του λοιπού μη φοβού» θα μας έλεγε ο Γέροντας Παϊσιος.
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Γιαγιάδες Αγράμματες-Σοφές
Ζωή ΔενδραμήΉμουν πολύ τυχερή στήν ζωή μου, πού γνώρισα τίς δυό γιαγιάδες μου, τίς μητέρες καί τών δυό γονιών μου. Μ' αγαπούσαν πολύ καί μέ συμβούλευαν συνέχεια χωρίς νά αντιλαμβάνομαι τότε πόσο σοφές ήταν οι κουβέντες τους. Κουβέντες διδάγματα πού καθημερινά σχεδόν σκουντουφλάνε στό υποσυνείδητό μου, προσπαθώντας νά κάνουν θόρυβο γιά νά τούς δώσω σημασία. Νά με ταρακουνήσουν, νά μέ ξυπνήσουν. Νά μήν ξεχάσω όσα οι «αγράμματες» εκείνες γυναίκες μέ δίδαξαν. Εκτός από τίς συνηθισμένες συμβουλές (πού δίνουν όλες οι γιαγιάδες στά εγγόνια τους), μέ μάθαιναν πρώτα απ' όλα πώς νά είμαι καλή νοικοκυρά. Πώς νά ανοίγω φύλλα γιά πίτα, πώς νά φτιάχνω ψωμί, νά διαλέγω τίς φακές κλπ. Μέ μάθαιναν όμως καί πώς νά αυτοσυντηρούμαι γιά νά μήν έχω κανέναν ανάγκη, όπως έκαναν κι εκείνες. Πώς, δηλαδή, νά καλλιεργώ διάφορα λαχανικά στόν κήπο, νά αρμέγω τήν κατσίκα, νά περιποιούμαι τίς κότες, τά κουνέλια, νά πλέκω, πώς νά στοιβάζω ξύλα στό τζάκι γιά καλύτερη φωτιά καί όλες αυτές τίς δουλειές πού γιά εκείνες ήταν δεδομένο ότι έπρεπε κάθε κορίτσι νά ξέρη. Απαραιτήτως!
Ανάμεσα στ' άλλα έβρισκα επίσης πάρα πολύ ενδιαφέρουσες τίς γνώσεις τους γιά διάφορα θαυματουργά γιατροσόφια, χρησιμοποιώντας υλικά από τήν φύση, όπως χαμομήλι, σκόρδο, τσουκνίδα, κρεμμύδι, λεμόνι κ.ά., πού επιβαλλόταν νά τά γνωρίζουν γιατί δέν υπήρχαν στήν εποχή τους φαρμακεία. Οι «παλιοί» ήξεραν πάντα τί νά πιούν, όταν είχαν πονόλαιμο, πονόκοιλο, τί νά βάζουν πάνω σέ μιά πληγή, αλλά καί πώς νά βγάλουν έναν δύσκολο λεκέ από τά ρούχα χρησιμοποιώντας π.χ. ξύδι ή χυμό ντομάτας, καθώς καί πώς νά φτιάχνουν αλισίβα από στάχτη, τό καλύτερο απορρυπαντικό ρούχων. Ό,τι χρειάζονταν γιά τήν διαβίωσή τους τό έφτιαχναν μόνες τους.
Οι γιαγιάδες μου όμως, δυστυχώς, έφυγαν γιά τήν άλλη, τήν αιώνια ζωή, πρίν ακόμα κλείσω τά 18. Πρίν καλά καλά εμπεδώσω όσα ήθελαν κατά βάθος νά καταλάβω. Η απουσία τους μού ήταν πολύ αισθητή. Ένοιωθα ότι έλειπαν κομμάτια τού εαυτού μου, πού μόνον εκείνες μπορούσαν νά συμπληρώσουν.
Αυτές οι απλές αγνές συμβουλές τους μέ τήν αυστηρή, αλλά τρυφερή συγχρόνως ματιά, ήταν «τροφή» γιά μένα, αστείρευτης αγάπης καί γνώσης πού δέν τήν βρίσκεις σέ κανένα βιβλίο. Από τότε πού τίς έχασα, όποτε τύχαινε νά βρεθώ μέ ηλικιωμένα άτομα, πάντα τά πλησίαζα μέ αγάπη καί μέ λαχτάρα προσπαθούσα νά αποκομίσω, όσο τό δυνατόν περισσότερα, από τήν ανεξάντλητη πηγή τών εμπειριών καί αναμνήσεών τους. Έτσι ακριβώς, όπως έκανα μέ τίς γιαγιές μου. Τό ίδιο συνεχίζω νά κάνω καί σήμερα. Προσπαθώ νά σκαλίσω καί τήν πιό μικρή κρυφή γωνιά τού μυαλού τους, νά φέρω στήν επιφάνεια διάφορες λεπτομέρειες τής ζωής τους καί νά διδαχθώ από αυτούς. Συναντώντας σήμερα γιαγιάδες καί παππούδες πολλές φορές μάς φέρνει η κουβέντα καί στό θέμα τής οικονομικής κρίσης. Όλοι τους σχεδόν σχολιάζουν μέ τόν ίδιο τρόπο τήν σημερινή κατάσταση. «Άσε μας εμάς, παιδάκι μου» μού λένε. «Εμείς έχουμε ζήσει καί στήν Κατοχή. Παλέψαμε μέ τόν κατακτητή, τήν πείνα καί τήν ψείρα. Έχουμε περάσει πολύ χειρότερα. Ακόμα κι άν μάς κόψουν τήν σύνταξη, εμείς πού ζούμε στήν επαρχία δέν θά πεινάσουμε ποτέ. Θά πάμε νά μαζέψουμε χόρτα νά φάμε, θά κόψουμε φρούτα από κανένα δένδρο, θά βγάλουμε λάδι από τίς ελιές μας, θά μαζέψουμε ξύλα γιά νά πυρωνόμαστε στό τζάκι. Αλλοίμονο σέ εκείνους πού ζούν στίς πόλεις καί δέν έχουν μιά στάλα γή γιά νά φυτέψουν. Αλλοίμονο περισσότερο στούς νέους πού δέν ξέρουν νά ξεχωρίσουν ποιά αγριολάχανα είναι φαγώσιμα γιά νά τά μαζέψουν. Τά νέα παιδιά σκεφτόμαστε καί κλαίει η ψυχή μας».
Αυτά μού λένε οι σοφοί φίλοι μου καί τότε σκέφτομαι: «Άχ, καλές μου γιαγιές... Πόσο δίκηο είχατε, όταν θέλατε νά μού μάθετε τόσα απλά, αλλά σημαντικά πραγματάκια. Άλλοτε σάς άκουγα καί άλλοτε γέλαγα, νομίζοντας ότι δέν θά χρειαζόταν ποτέ ούτε κάν νά τά ξαναθυμηθώ. Μακάρι νά κατέγραφα σ' ένα χαρτί όσα μού λέγατε. Μακάρι όλοι οι άνθρωποι νά θυμόμασταν τίς συμβουλές τών γιαγιάδων καί τών παππούδων μας. Τί ωραία καί μεγάλη εκδίκηση θά ήταν πρός τήν κάθε κυβέρνηση, άν ξέραμε πώς νά αυτοσυντηρούμαστε, χωρίς νά χρειάζεται νά πάμε στό σούπερ μάρκετ, στόν φούρνο, στόν γιατρό, στό φαρμακείο, στό συνεργείο, στήν πιτσαρία, στό κομμωτήριο, στήν τράπεζα, στήν εφορία... Νά μήν είχαμε ανάγκη από αυτοκίνητο, υπολογιστή, πλυντήριο, κινητό τηλέφωνο, πιστωτικές κάρτες... Άν ζούσαν οι γιαγιάδες μας θά τά κατάφερναν. Μάλιστα θά γέλαγαν μαζί μας, άν μάς έβλεπαν πόσο εξαρτημένοι είμαστε από άψυχα αντικείμενα. Θά έκλαιγαν όμως βλέποντας πόσο "ξένοι" είμαστε μεταξύ μας. Πόσο μίσος, ζήλεια, αγένεια, φιλαργυρία, ψέμα καί υποκρισία κυριαρχεί στήν ψυχή μας. Καί δέν φτάνει πού "εξοντώνουμε" τόν πλησίον μας σέ κάθε ευκαιρία, κάνουμε καί ό,τι είναι δυνατόν γιά νά καταστρέψουμε καί τόν πλανήτη μας, εφόσον αυτό μάς επιφέρει κέρδος.
Άχ, καλές μου γιαγιάδες, μακάρι νά σάς είχα πάλι κοντά μου νά μέ συμβουλεύατε πώς νά αντιμετωπίσω τά διάφορα προβλήματα. Άχ, καλές μου γιαγιούλες, τί τυχερές ήσασταν πού ζήσατε μιά άλλη εποχή... Αναρωτιέμαι... Όλοι αυτοί πού μάς κυβερνάνε δέν γνώρισαν ποτέ γιαγιά;»
πηγή: Τρελογιάννης
Σάββατο 26 Μαρτίου 2011
ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΡΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ ΕΡΓΟ...
Ο ήλιος έλουζε τους γκρίζους δρόμους της πρωτεύουσας και καλώς όριζε σαν ένα ουράνιο τόξο την καινούρια μαθητική ημέρα των παιδιών. Δύο μαθητές φεύγουν απ' τα σπίτια τους στις 8 καθημερινά για να οδεύσουν μαζί στην γνώση της μέρας. Πότε πότε κλωτσούν κανένα πετραδάκι στο διάβα τους, ασυναίσθητα προσπαθώντας να αποκτήσει ένα ελάχιστο ενδιαφέρον η διαδρομή. << - Κώστα, πρόσεχε πίσω σου ένα αμάξι θέλει να περάσει....>> αποκρίθηκε ο ένας εξ αυτών ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω στην κίνηση του δρόμου. <<....ας πάμε από το πεζοδρόμιο καλύτερα>> Η σκέψη του αυτή όμως απορρίφθηκε αμέσως μόλις οι οφθαλμοί του διέκριναν σκαρφαλωμένα στο ελαχίστου πλάτους πεζοδρόμιο σειρές από διαφόρων λογής οχήματα.. <<Δεν το βλέπεις Γιάννη είναι αδύνατο, δε μας έχουν υπολογίσει εμάς βλέπεις, δε μας αφήνουν άλλες επιλογές από εδώ που βρισκόμαστε, δηλαδή....>>. --<<Κώστααα>> Η φωνή του ήταν πιο δυνατή από ποτέ θαρρείς ήθελε να ξεπεράσει τον εκκωφαντικό θόρυβο κόρνας και το συρτό ήχο απότομου φρεναρίσματος που ακούστηκε. Τα μάτια του γούρλωσαν ενστικτωδώς στη θέα που ακολουθούσε, η φωνή του σιώπησε και τα χέρια του ξάπλωσαν στο πάτωμα πάνω στο πρόσωπό του, κουλουριασμένος δίχως καμία σκέψη να σηκωθεί από' κει. Μόνο οι οφθαλμοί του κινούνταν κι αυτό που αντίκρισαν λίγο πιο πέρα τους έκανε να γουρλώσουν, ο φίλος του κυλούσε σε μια λίμνη κόκκινη με τα μάτια να κοιτάνε στον ουρανό, δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του, δάκρυα εσωτερικά δάκρυα ψυχής, και αμέσως οι οφθαλμοί του σφράγισαν τον πόνο τον τριγύρω πλέον δεν άντεχαν να βλέπουν… Μια φωνή άκουσε μονάχα και τριγυρνούσε στου μυαλού του τις γωνίες, φωνή γυναίκας. <<Ένα ασθενοφόρο αμέσως, αμέσως να φτάσει εδώ είναι παιδιά είναι μικρά παιδιά… >>
Ο Κώστας και ο Γιάννης δεν μπορεί κανείς να παραδεχτεί ότι αποτελούν εξαίρεση στη σημερινή κοινωνία μιας πόλης. Το φαινόμενο των πεζοδρομίων γίνεται εμφανές σε κάθε ματιά που ρίχνουμε τριγύρω μας και αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να ληφθούν άμεσα μέτρα τότε θα ήταν αναπόφευκτο να απαγορεύσουμε την ύπαρξη πεζών καθώς η επικινδυνότητα που θα υπάρχει θα είναι τεράστια. Δύο λύσεις υπάρχουν ή πεζοδρόμια για πεζούς ή δρόμοι χωρίς πεζούς, χωρίς ανθρώπων βήμα. Το πρόβλημα αυτό καθημερινά δηλώνει παρόν και εμείς το παραβλέπουμε. Για πόσο ακόμα; Για πόσο ακόμα σαν έρμαια θα περπατάμε στο δρόμο σαν τα ποντικάκια που προστατεύονται από τη φάκα τους; Μια φάκα που οι ίδιοι φτιάξαμε για μας… Για πόσο ακόμα;
Το ασθενοφόρο έφτασε στο σημείο πολύ σύντομα, κόσμος παρακολουθούσε από κοντά τα συμβάντα. Τα δυο παιδιά πάνω στο φορείο με οξυγόνο, πληγές και στα δυο τους τα κορμιά φαίνονταν παντού, κόκκινα τα πρόσωπά τους απ’ το αίμα. Ένα εξ αυτών νεκρό, ο Κώστας, ταξίδευε πλέον σε άλλους ουρανούς σε άλλη πλάση με δικαιότερους κανόνες εκεί να έχει ας ευχηθούμε… Πηγαδάκια συζητήσεων σχηματίστηκαν τριγύρω με ένα σύνθημα όλοι να αποκρίνονται στον άλλον << Πού είναι τα πεζοδρόμια να περπατήσουν, που είναι η φροντίδα του ανθρώπου σε αυτή τη σάπια κοινωνία που ζούμε; Έχουμε αντικατασταθεί μόνο από μηχανές. Πόσο ακόμα να τριγυρνάμε δίχως προστασία μες στους δρόμους; Πόσο ακόμα;>>. Εκείνες μονάχα τις μητέρες λυπούμαι που δίκιο πια κανείς δε θα τους δώσει και αν ναι πλέον άργησαν να αντικρίσουν αυτό το πρόβλημα και το παιδί πίσω ποτέ δε θα γυρίσει πια… Με ένα λευκό αγνό τριαντάφυλλο στο χέρι μας, εγώ κι ο Γιάννης με μώλωπες εκείνος στο πρόσωπο και εγώ με ένα βουβό απλανές βλέμμα με δάκρυα κ οι δυο καταθέτουμε αγάπη και μνήμη αιώνια σε μια ψυχή. Κι εκείνος μας χαμογελούσε διαρκώς μέσα απ’ αυτή τη χαρμόσυνη φωτογραφία μπροστά μας. Ένα χαμόγελο αγνό και τόσο αθώο μα τόσο αθώο τι άλλωστε είχε προλάβει να ζήσει; Το κεφάλι σκύψαμε και φύγαμε απ’ το γεμάτο εκείνο μέρος με λουλούδια.. Εκατομμύρια άνθη δίπλα στον Κώστα στέκονταν από χιλιάδες άτομα… Μα άραγε φτάνουν μόνο εκείνα; Κι ήταν ένα ακόμη ηλιόλουστο πρωινό μες στην πρωτεύουσα...
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011
Τόσο δύσκολο είναι πια να το καταλάβουν;

Όπως σκέφτομαι έντονα τούτες τις μέρες....τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό στο μυαλό μου, αναρωτιέμαι τι θα έλεγε...
τι θα έκανε..... και
τι θα ένιωθε σήμερα.
Ο ίδιος μέσα σε δεκαέξι χρόνια έχτισε πάνω από εκατό σχολεία.
Η Διαμαντοπούλου και η ομάδα της μέσα σε λιγότερο από δυο χρόνια έκλεισε πάνω από διακόσια.
Αμόρφωτος και απαίδευτος λαός ισούται με άβουλη μάζα.
Η ελληνική επαρχία να πεθάνει...Τι τους ενδιαφέρει;
Είναι απαράδεκτο κάθε κλείσιμο σχολικής μονάδας!
Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009
Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009
Έχω μια πελώώώώώρια λαχτάρα ...

Να μην σκέφτομαι...
Να χαμογελώ...
Να ονειρεύομαι...
Να θυμηθώ...
Να βελτιωθώ...
Να νοσταλγήσω...
Να αγαπήσω...
Να ερωτευτώ...
Να αισθάνομαι...
Να επιμένω...
Να μοιράζομαι...
Να ακούω...
Να επικοινωνώ...
Να πιστεύω...
Να ελπίζω...
Να προσπαθώ...
Να αλλάζω...
Να κερδίζω...
Να σχεδιάζω...
Να στοχεύω...
Να μαθαίνω...
Να στηρίζω...
Να δημιουργώ...
Να ζω...
Πάμε άλλη μια τώρα...
Έχω μια πελώρια λαχτάρα, να συναντηθώ με όσα με ξεκουράζουν και να μην σκέφτομαι αρνητικά. Να μοιράζομαι με τους γύρω μου ευχάριστες στιγμές, να χαμογελώ στις ατυχίες και να ονειρεύομαι ακατάπαυστα. Έχω μια πελώρια λαχτάρα να θυμηθώ τα σφάλματα που έκανα στο παρελθόν και να μπορέσω να βελτιωθώ μέσα από αυτά στο μέλλον, να νοσταλγήσω με τις σημαντικές απουσίες της ζωής μου, να αγαπήσω από την αρχή την καθημερινότητά μου και να ερωτευτώ όσα νέα θα έρθουν... γιατί θα έρθουν είναι σίγουρο αυτό!
Έχω μια πελώρια λαχτάρα, να αισθάνομαι κάθε μέρα πιο δυνατός ...να επιμένω στις προσπάθειες και να μοιράζομαι όσο περισσότερο χρόνο μπορώ με τους δικούς μου ανθρώπους. Να ακούω και με την καρδιά μου, να επικοινωνώ ουσιαστικότερα με το περιβάλλον μου. Να εξακολουθώ να πιστεύω ότι μπορώ να αλλάξω όσα δεν μου αρέσουν και να ελπίζω ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος μια μέρα. Έχω μια πελώρια λαχτάρα να προσπαθώ ακούραστα για το καλύτερο, να αλλάζω παραστάσεις, να κερδίζω το χαμένο έδαφος, να σχεδιάζω το μέλλον -ζώντας παράλληλα το παρόν και να στοχεύω όσο πιο ψηλά αντέχω.
Έχω μια πελώρια λαχτάρα, να μαθαίνω συνεχώς καινούργια πράγματα, να στηρίζω όσους με χρειάζονται, να δημιουργώ και να ζω την κάθε μέρα με όλες μου τις αισθήσεις γιατί πιστεύω... ότι η κάθε μέρα μας είναι ΜΟΝΑΔΙΚΗ και ως τέτοια θα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε!
πηγή:http://www.trelogiannis.blogspot.com/

