Ένα ιστολόγιο που πηγαίνει σχολείο και αγωνιά για την παιδεία .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλυκός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλυκός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Ο καλός δάσκαλος κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο



Ο καλός δάσκαλος κατά το Χρυσόστομο εμπνέει, προσελκύει και πείθει, (MG. 57327) Δεν είναι εγωιστής ούτε αλαζόνας, δε διακρίνεται για το εξουσιαστικό του ύφος, έχει πνεύμα μαθητείας, δεν περιαυτολογεί. Είναι ταπεινός έχοντας συναίσθηση των ατελειών και αδυναμιών του. Γνωρίζει καλά «ότι η επιείκεια είναι πιο δυνατή από τη βία», (MG. 57,61 ).
Ο παιδαγωγός πρέπει να επιδεικνύει δημοκρατικό πνεύμα και να σέβεται τη γνώμη των μαθητών του, ( MG. 60,35-36 ). Απέναντι τους να είναι απλός, ειλικρινής, απονήρευτος, άδολος. Να αποφεύγει την ειρωνεία και την υποκρισία. (MG. 61,404-406 ). Οι δάσκαλοι κατά τον Άγιο Πατέρα δεν πρέπει να είναι φορτικοί και πιεστικοί αλλά φιλόστοργοι. (MG. 62,402-403 ). Οφείλουν να υπερβάλλουν σε φιλοστοργία τους φυσικούς πατέρες. «Ο λόγος (του δασκάλου)», λέει ο Χρυσόστομος πρέπει να είναι «λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά ελέγχει, που παιδαγωγεί παρά τιμωρεί, που βάζει τάξη παρά που διαπομπεύει, που διορθώνει παρά που επεμβαίνει στη ζωή του άλλου (του μαθητού)», (MG. 61 593-594).

Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού μαθητή είναι μια σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, (M.G. 62,404), αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο εκπαιδευτικός οφείλει πρώτιστα να σέβεται το δώρο της ελευθερίας που χάρισε ο δημιουργός στα παιδιά και
να μη φυλακίζει τις ανησυχίες τους, αλλά να ανοίγει δρόμους...

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

"Παρέλαση έχετε σήμερα; Τι είναι αυτά που φόρεσες;"

Tης Ελένης Μπετεινάκη
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό που θα μπορούσε να είναι σαν όλα τ΄άλλα… κι  αν και ψιλόβρεχε είχε μια άλλη αίσθηση …
6 Φεβρουαρίου 1982 ! Στις ειδήσεις των 9 το προηγούμενο βράδυ η αναγγελία ήταν λιτή αλλά πολύ σημαντική. Κάτι σαν να λέμε μια μικρή φράση που ήταν σαν να ξεκινούσε μια μεγάλη επανάσταση : « Από αύριο 6ην Φεβρουαρίου καταργείται η σχολική ποδιά για τις μαθήτριες  στα ελληνικά σχολεία»
Θυμάμαι το βλέμμα της μητέρας μου και την έκπληξη  μαζί με απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. « Και  τώρα τι θα κάνουμε, πως θα το καταντήσουνε έτσι το σκολειό !»
…Εγώ πάλι δεν τόλμησα να μιλήσω, αλλά ήμουν πολύ, πολύ χαρούμενη. Επιτέλους θα έβαζα ό,τι ήθελα, θα ήμουν « ελεύθερη» να φοράω παντελόνι που τόσο μου άρεσε , θα έβαζα στο σχολείο κι εκείνα τα κυριακάτικα ρούχα που δεν μπορούσα να φορέσω όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Όμως  τη χαρά ακολούθησε η σκέψη πως δεν είχα και πολλές επιλογές… Ποιός νοιαζόταν όμως , κάτι θα έβρισκα!



Παράξενη μέρα είχε ξημερώσει, ένα γλυκό μούδιασμα παντού, ένα αμυδρό χαμόγελο που ήθελε να γίνει πλατύ και να σκάσει ίσαμε την αυλή του σχολείου. Ξύπνησα  πρώτη απ΄ όλους στο σπίτι, νύχτα σχεδόν και άρχισα να ψάχνω την ντουλάπα μου. Κοίταζα, ξανακοίταζα, δύσκολο ν΄ αποφασίσω. Η ώρα περνούσε κι είχα αρχίσει να αγχώνομαι.


Δεν ήξερα τι να βάλω στο σχολείο. Ύστερα από πολύ σκέψη κατέληξα στη στολή της παρέλασης. Ένα άσπρο πουκάμισο και μια μπλε φούστα λίγο κάτω από το γόνατο, αθλητικά παπούτσια πάντα  με άσπρα σοσόνια. Χτένισα τα μαλλιά μου, όχι κοτσίδα σήμερα και κρύφτηκα πίσω από τις γρίλιες του παραθύρου. Το σχολείο ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου κι έτσι θα μπορούσα να τις δω όλες. Ήθελα να δω τι θα φορούσαν οι φίλες μου … κι ας ήταν μόλις 6 η ώρα …ξημερώματα. Είχα έναν φόβο …κάτι με κρατούσε …ήταν αλήθεια  άραγε, δεν θα ξανάβαζα ποτέ ποδιά, ποτέ;


Όσο περίμενα να περάσει ή ώρα σκεπτόμουν τα μούτρα των καθηγητών και του λυκειάρχη μας σαν κτυπούσε το κουδούνι και μαζευόμαστε το πρωί στην αυλή για προσευχή και τη γνωστή « κατήχηση». Σήμερα τι θα μας έλεγε , ποιαν θα κατσάδιαζε γιατί δεν φορούσε την  ποδιά της ;


Κι ή ώρα περνούσε …Και τότε άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα παιδιά. Όσο και να φαίνεται παράξενο η καρδιά μου κτυπούσε πολύ δυνατά και το στομάχι μου είχε σφιχτεί όπως εκείνες τις μέρες που γράφαμε διαγωνίσματα και δεν ήμουν σωστά προετοιμασμένη.
Και να μια δυο μαθήτριες  είχαν έρθει με την ποδιά τους. Μάλλον δεν θα είχαν  τηλεόραση ή δεν θα ήξεραν ακόμα τα νέα. Φοβήθηκα για μια στιγμή, λες, σκέφτηκα μήπως δεν άκουσα καλά, μήπως την πήραν πίσω την απόφαση ; Σε λίγο άρχισαν να καταφθάνουν οι «κολλητές  μου »… Ευτυχώς κι αυτές τη στολή της παρέλασης φορούσαν …ούτε να χαμε συνεννοηθεί ! Ίσιωσα το κορμί και βγήκα έξω από το δωμάτιο μου. Ο πατέρας μου με κοίταξε γεμάτος απορία…
-« Παρέλαση έχετε σήμερα ; Τι είναι αυτά που φόρεσες;»
-«Καταργήθηκε η ποδιά, μπαμπά, δεν θυμάσαι χθες βράδυ που το ΄παν στην τηλεόραση;»
-«Ρεζιλίκια, τι θα κάνουνε ακόμα… !» απάντησε κι έφυγε βιαστικός για το μαγαζί.

Άρχισα να ανηφορίζω προς το σχολειό, κυριολεκτικά τρέμοντας. Στην αυλή δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά  αυτή τη συζήτηση. Και τότε εκείνο το πρωινό πάρθηκε η μεγάλη απόφαση. Την επόμενη μέρα όλες μαζί θα φορούσαμε στο σχολείο παντελόνι  κι έτσι δεν θα ξεχώριζε καμιά και δεν θα μπορούσε κανείς να μας βάλει τις φωνές. Έτσι κι έγινε μόνο που οι «συνέπειες» της εποχής ήταν αστείες και  απίστευτες. 

Ο πιο αυστηρός καθηγητής δεν ήταν ο λυκειάρχης μας , ήταν εκείνος των μαθηματικών που με τη γνωστή του στάση να περπατά με τα χέρια δεμένα πίσω χαμηλά στην πλάτη του, μπήκε στην τάξη κι άρχισε να εξετάζει όλα τα κορίτσια μία, μία, όρθιες στον πίνακα , με το γνωστό ύφος και βλέμμα που σε έσκιζε στα δύο. Τα αγόρια κοίταζαν απορημένα και αμίλητα. Δεν ακουγόταν παρά μόνο όποιος μιλούσε να πει κάτι σχετικό με την άσκηση.  Φυσικά όλες είχαμε  ένα θεματάκι με τα μαθηματικά και κείνος δεν άντεξε …
-«Αλίμονο, άρχισε να φωνάζει, που να βρεθεί χρόνος για διάβασμα στο σπίτι , να φορέσετε όμως παντελόνια και να κάνετε τις ωραίες , είχατε χρόνο, σα δε ντρέπεστε…!»Και πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε την κιμωλία που κρατούσε κι έφτασε στον απέναντι τοίχο. Ο θόρυβος που έκανε τούτο δω το τόσο μικρό πραγματάκι σαν έπεφτε στο πάτωμα ήταν σαν να έγραφε η ιστορία με μεγάλα γράμματα στον τοίχο της ψυχής μας δυο λέξεις : «Επιτέλους…freedom !» Ήμουν εγώ εκείνη τη στιγμή δίπλα στον πίνακα, με κατεβασμένο και λίγο λοξά γυρισμένο το κεφάλι κλείνοντας το μάτι στις υπόλοιπες… σαν μια παλιά ελληνική ταινία !


Με αφορμή αυτήν την επέτειο έψαξα στην βαλίτσα του παρελθόντος μου κάτω στην αποθήκη και βρήκα σήμερα το πρωί την τελευταία σκούρα μπλε ποδιά μου μαζί με ένα  τεύχος της « Μανίνας» και  μια άσπρη κορδέλα. Η ποδιά μου, « Τσεκλένης», ήταν με πιέτες και σκούρο μπλε χρώμα , και ήρθαν στο νου μου όλα τούτα , όλα εκείνα τα χρόνια , η αυλή, το σχολείο, οι αγωνίες , οι χαρές και οι λύπες μας. Οι καθηγητές , μαζί κι εκείνος που μού ‘λεγε συχνά πως «… να αρχίσεις να κεντάς, να φτιάχνεις από τώρα την προίκα σου, οι εκθέσεις σου είναι σαν αυτοτελή επεισόδια τρόμου, ούτε απ ΄εξω δεν θα δεις την πόρτα του πανεπιστήμιου…». Ίσως να ΄ναι κι έτσι …
Μα πάνω απ΄ όλα θυμήθηκα πως όσο κι αν πολεμήθηκε η ποδιά, όσο και αν είπαν πως καλύτερα ήταν που καταργήθηκε γιατί δήλωνε την καταπίεση, την ιδρυματοποίηση και χίλια δυο άλλα κι από την άλλη μεριά αυτοί  που στάθηκαν απέναντι και φώναζαν πως αυτό δεν έπρεπε να συμβεί ,εγώ ένα έχω να πω.


Η σχολική ποδιά ήταν το σύμβολο μιας εποχής αλλιώτικης  που κουβαλούσε άλλες αξίες, άλλα πιστεύω κι άλλες φωνές. Σίγουρα όμως αυτό το μπλε χρώμα σκούρο ή ανοιχτό ήταν δεμένο με τα πιο όμορφα χρόνια της νιότης 
μας ..!
Έκλεισα τη βαλίτσα …και τις αναμνήσεις μου…άλλη φορά πάλι !

πηγή

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ήταν άνθρωπος


Από την Ξένια Σώντερς
Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.
Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.
Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση.
Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία.
Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».



Πηγή: Ηλεκτρονικό Περιοδικό “Το Γράμμα”, Τεύχος 100, σελ. 14. (www.lettre.gr)

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Μάθημα σεβασμού

Ένα μάθημα, για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σεβόμαστε τις επιλογές των ανθρώπων που αγαπάμε.. Ακόμη κι αν οι επιλογές τους κάποιες φορές μας πληγώνουν...

''-Πήγαινε καλέ μου.
-Δηλαδή δεν με αγαπάς;
-Σ'αγαπώ πάρα πολύ.
-Θέλεις να φύγω;
-Καθόλου..!
-Δεν πονάς;
-Πονάω.
-Τότε γιατί δεν κάνεις τίποτα;
-Κάνω...!
-Τί;
-Σε σέβομαι! Αν μπορείς να κοιτάξεις τα μάτια μου που είναι δακρυσμένα, αν μπορείς να δεις την καρδιά μου πόσο σ'αγαπά...! Aλλά όλα αυτά τα βάζω μετά από την δική σου ελευθερία. Πάνω απ'όλα εσύ. Εσύ τί θέλεις..Θέλω να κάτσεις κοντά μου επειδή μ'αγαπάς. Κάνε τις επιλογές σου. Εγώ θα είμαι πάλι μαζί σου κι ας είσαι μακριά.
-Μα πώς θα'σαι μαζί μου; Εγώ φεύγω! Εσύ τί θα κάνεις;
-Θα'μαι μαζί σου!
-Μα πώς θα'σαι μαζί μου; Αφού τώρα στρίβω στο δρόμο στο βάθος και χάθηκα πια.
-Θα'μαι μαζί σου. Εγώ θα'μαι μαζί σου. Γιατί εγώ θα σ'αγαπάω. Θα'μαι εδώ, αλλά θα'μαι εκεί. Θα'μαι απαλά. Δεν θα'μαι καταπιεστικά, ούτε ενοχικά, να σε πνίγω στις ενοχές, αλλά με απεριόριστο σεβασμό, με τεράστια υπομονή και πολύ μεγάλη αγάπη. Θα σε κυκλώνω, θα σε περικυκλώνω με την αγάπη μου... Μα εσύ θα είσαι ελεύθερος. Ελεύθερος να ζήσεις τη ζωή σου μακριά από μένα...''

Μπορούμε να το κάνουμε αυτό;;;
Να περικυκλώνουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο, να το τυλίγουμε στην προσευχή μας, δίχως να καταπιέζουμε..; Να το αφήνουμε να ακολουθεί τα μονοπάτια που επιθυμεί, χωρίς να του κλείνουμε τους δρόμους; Ακόμη κι αν οι δρόμοι αυτοί οδηγούν μακριά από εμάς...
Ας ζητήσουμε συγνώμη σε όλους τους δικούς μας ανθρώπους, για την ανεπάρκειά μας στην αγάπη. Στους παρόντες και στους απόντες. Κι αν κάποιος δικός μας άνθρωπος, έρθει με μία τέτοια συγνώμη μπροστά μας, ας του απαντήσουμε με μία αγκαλιά..Η ζεστή αγκαλιά κάνει θαύματα..!
Να είστε όλοι καλά!



πηγή: Αποστάγματα καρδιάς

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

..στήν αυλή* του Σχολείου*! (για τον Σεπτέμβριο πού ήρθε)


Γράφει η Αρτάνη

-Λοιπόν, φορέστε τα καλά τα γιορτινά σας, απαλλαγείτε -εάν μπορείτε- από οποιαδήποτε έγνοια και περιττό βάρος, των φακιδιάρηδων ξιγκοφάγων τροϊκανών, των σημείων και των καιρών των ημερών μας, κι ελάτε με ή χωρίς τον κηδεμόνα σας, απόψε στην αυλή του Σχολείου μας. Θα γίνει γιορτή, τρανή γιορτή!.

Ο «πολιτιστικός» σύλλογος τού Χωριού μας η «Μνημοσύνη» διοργανώνει συναυλία με τό γνωστό συγκρότημα τό «γκρίκ άϊντολ». Όπως αρμόζει στην περίπτωση και στην περίσταση…υπό την αιγίδα* του Δήμου μας!. Εξ άλλου, χρόνια τώρα, τό Σχολείο του Χωριού μας, τον μόνο χρηστικό λόγο ύπαρξής του, τον οφείλει αποκλειστικά καί μόνον στις Εθνικές-Δημοτικές εκλογές, όποτε γίνονται. Ναί! χρόνια τώρα είναι «κλειστό», ελλείψει κατοίκων και αναλογούντων μαθητών!. Χρόνια τώρα, αφημένο και παρατημένο στη λήθη, στη λησμονιά, στην καταφρόνια, στην περιφρόνια, στον αιρετό «Προεστό» του, στον Καποδιστριακό και τώρα στον Καλλικτρατικό του Δήμο.

Ως κτίσμα, και μόνον, πού ανά-οικοδομήθηκε την δεκαετία του ‘50 από τα «έσοδα» των χωραφιών του, και με την προσωπική εργασία των κατοίκων του Χωριού, κι όχι από κάποιον εργολάβο τού Ο.Σ.Κ.(Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων). Ένας ημι-ερειπιώνας, κατάντησε τό Σχολείο μας πού στην θέα του, αν έχεις μέσα σου λίγη Ψυχή, σού δένεται κόμπος και ξεροκαταπίνεις. Καταπίνεις την οργή σου, τον θυμό σου, τό Είναι σου, την ευθύνη σου – ναι, δεν είσαι άμοιρος - την αστυφιλία σου, τον νεοπλουτισμό σου, την τρικυμία του κρανίου σου, την κρίση σου!. Και θυμάσαι-θυμάσαι, εκείνη την Ευλογημένη «κατάρα» και «συμβουλή» των γονιών και των συγγενών: «Φιβγάτει ρέ απ’ τού χουριό να γέν’τει αθρώπ΄, να γλιτώστει απ’ τα παλιουχώραφα» και λυπάσαι.

Καί «έφυγαν»… και φύγαμε σχεδόν όλοι και συνεχίζουν (;) να φεύγουν από τα Χωριά, να γένουμει ανθρώπ’…. « τοίς κείνων ρήμασι πειθόμενοι» και πειθαναγκαζόμενοι, από τις περιστάσεις των τοτινών και τωρινών καιρών, μα και από την
κάκιστη πατρική στοργική διάγνωση της παράλυτης τετραπληγικής Πολιτείας, όπως φαίνεται τώρα πια, από τα αποτελέσματα της μεγάλης φυγής…

Καιρός όμως, να ανταμώσουμε απόψε – ύστερα από χρόνια – να μετρήσουμε την «Ανθρωπιά» μας, την επιτυχία μας, την «ευτυχία» μας. Να κοιταχτούμε στα μάτια-αν δεν πάσχουμε από ορνιθοτυφλιά- στα κενά από μαλλιά εννοώ, κεφάλια, στους γκρίζους κροτάφους, να δούμε τις καμπούρες μας, τα στραπατσαρίσματά μας.. καιρός να θυμηθούμε, προ πάντων!. Να ζωντανέψουμε τίς γαλάζιες ποδιές, τά κουρεμένα λούξ κεφάλια μας. Νά θυμηθούμε τό Αλφαβητάριο, τό Αναγνωστικό μας, τόν μαυροπίνακα, τα πρασινωπά θρανία μας, τους πίνακες με τους ενδόξους ‘Ηρωες του ΄21, τα κορνιζαρισμένα αποφθέγματα, όπως: «Κλείσε μέσα στην Ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείου», την έδρα με την Δασκάλα μας, με ή χωρίς κότσο. Πού πάσχιζε να μας μάθει τό Ο-ΜΙΚΡΟΝ, σαν ένα μικρό κουλουράκι και τό ΙΩΤΑ σαν ένα μικρό μπαστουνάκι.

Πού, αν τα βάλουμε κοντά-κοντά θα μας κάνουν τό Α, δήλα-δή τό ΑΛΦΑ, ο+ ι=α!!! - (Αρχή Λόγου Φωνή Ανθρώπου). Πού, τα βλέπαμε γραμμένα από την Δασκάλα μας στον μαυροπίνακα με την κιμωλία, τα μαθαίναμε! και τά γράφαμε όλα αυτά, στο 12φυλλο τετράδιο της Γραμματικής, της Ορθογραφίας, της Καλλιγραφίας με ένα απλό μολύβι.. και παίρναμε άριστα Δέκα 10’ με τόνο. Kαι να τρέχει κορόμηλο τό δάκρυ όσων δεν τα κατάφερναν, και δός του τα δήθεν.. πονάει η κοιλιά μου Κυλία!!!. Νά θυμηθούμε στο συσσίτιο τό απαίσιο γαλατόσκονο της UNRA, τό Μάθημα της Αριθμητικής, της Μυθολογίας, της Ιστορίας μας, της Ωδικής, της Ζωγραφικής, της Χειροτεχνίας, τον Μίμη να ρίχνει την σβούρα του, την Άννα και την Λόλα, την χήνα, την πάπια, τον ριρή.

Να ακούσουμε τό κουδούνι να σημαίνει διάλλειμα! από τον επιμελητή. Ελάτε, για όσους αδυνατούν και κωλύονται, μόνο με μνήμη και σεβασμό να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε: ήταν ένα μικρό καράβι μέσα εις την Μεσόγειο ουαί-ουαί, πέρα στους πέρα κάμπους, ο Μενούσης, κίνησε η Γερακίνα, Σαράντα Παλικάρια, ο Καπετάν Γιαγκλής.... Ελάτε να τρέξουμε, να ματώσουμε στα γόνατα καί να παίξουμε: γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης, περνά –περνά η μέλισσα, σχοινάκι, μπάλα καί μπαλαρό, τζίφο, τριότα, γκαβιά γαϊδούρα στην Αυλή του Σχολείου μας, να κάνουμε τραμπάλες, τσουλήθρα, μονόζυγο, πολύζυγο.. . να πηδήξουμε απλούν και τριπλούν στο σκάμμα, να παλέψουμε στο χώμα!.

Ελάτε απόψε, λοιπόν, σ’ εκείνον τον Ιερό τόπο της γενέτειρας Γής, στην χορταριασμένη αυλή του Σχολείου μας, πού άλλοτε έσφυζε από ζωή, από παιχνιδίσματα καί τιτιβίσματα. Μην πάρετε μαζί σας τίποτε, απολύτως τίποτε!!!. Δέν χρειάζονται παρδαλά μολύβια, ξύστρες, μυρωδάτοι μαρκαδόροι, νερομπογιές, κηρομπογιές, ξυλομπογιές, σβύστρες, τετράδια, ζελατίνες, συρραπτικά, σπιράλ, μπλπόκς, σβηστικά, διορθωτικά, ημιτασιόν αντίντας, σκουλαρίκια στα αυτιά, στα φρύδια και στις μύτες. Περιττές είναι οι φιρμάτες τσάντες και σακίδια με φρικιαστικές και τραγικές φιγούρες του σούπερμαν, του σπάϊντερμαν, του μπάτμαν, του κόναν του βάρβαρου, της μπάρμπυ και τής πάττυ- μήν γίνουμε πάτοι και πιάσουμε πάτο- του τιραμόλα, του παρταόλα κερδώου μεγαλέμπορα εισαγωγέα κινέζικων σχολικών και συναφών ειδών. Έχουμε άλλωστε, Δωρεάν παιδεία!.

Δέν χρειάζεται κατάμεστο και πακτωμένο σακκίδιο φόρτου μάχης με κρουασάν, γαριδάκια, πατατάκια, χάμπουργκερς, σάντουϊτς, χυμούς, κρομμυδοζούμια και κοκακόλες!!!. Θα είναι μία λιτή Γιορτή μνήμης και μόνο, χωρίς σχολικούς τροχονόμους και σεκιουρητάδες. Ελάτε μόνο με την Ψυχή σας, εάν θέλετε πάρτε και τα παιδιά μαζί σας. Έτσι κι αλλιώς τό κλειστό παροπλισμένο Σχολείο μας, πέρασε στη συγχώνευση, στη αμμοποίηση, στο μνημόνιο, στον μαρασμό.. και του Καλλικράτη. Ευκαιρία να ξαναζωντανέψει για λίγο, απόψε. Ιδιαίτερες προσκλήσεις δεν θα αποσταλούν. Δεν θα παραστούν επίσημοι αλλά, θα εκπροσωπηθούν με αντιπροσώπους τους ή θα αποστείλουν σχετικά δελτία τύπου!. Θα ακολουθήσει μικρά δεξίωσις. Ελάτε, λοιπόν, στον χάϊο ευάερο αυροφόρητο Χώρο, στην Αυλή του Σχολείου μας, να αναπνεύσουμε!.- Ούφ!!!!!

Υ.Γ. Σχολείο* εκ του > σχολιάζω = σχεδιάζω, πράττω κάτι πρόχειρα, παραμελώ, αδιαφορώ (έτσι εξηγούνται και τα της σχόλης και τα της σχολής), αναπαύομαι, δεν εργάζομαι, ευκαιρώ, χρονοτριβώ, βραδυπορώ, καταγίνομαι, αφοσιώνομαι σε κάτι, συχνάζω σε διδασκαλία, έχω δάσκαλο, αφοσιώνομαι στη μάθηση, διδάσκω, ασχολούμαι με κάτι, επί θέσεως, είμαι κενός- κενή. Σχολαίος, σχολαιότης, σχολάριος, σχολάρχης, σχόλασις, σχολασμός, σχολαστήριον, σχολαστής, σχολαστικός, σχολείον*, σχολή, σχόλιον, σχολιάζω, σχολιαστής, σχολικός, σχολύδριον, Σχολάρι, σχολαρχείον, σχολαστικίζω, σχολαστικισμός, σχολαστικότης, σχολάω, σχολνώ, σχολείο, σχόλη, σχολιανός, σχολιαρούδι, σκόλασμα, σκολάω, σκολνώ, σκόλη, σκολιανά, σκολιανός, σκολείο.

Αιγίδα* εκ του > αϊκή α (επιτατ.) + ίκω= ορμητική κίνηση, σπουδή, ορμή. αϊκτός, άϊκτος (α, αρνητ.), άϊξ, αισάλων (κ>σ, αλίσκομαι), αΐσσω (κσ>σσ)- ρίπτομαι, ορμώ, απαστράπτω, αναγκάζω, βιάζω, σαΐτα, σαγίτα, σαΐτεμα, σαγίτεμα, σαϊτευτής, σαϊτεύω, σαγιτεύω, σαϊτιά, επαΐγδην (επί, κ>γ), αιγιαλός (αλς, κ>γ)- ακροθαλασσιά, παραλία (όπου ορμά η θάλασσα), γιαλός, αιγιάλιος, αΐγδην, αίγες (υψηλά κύματα), Αιγαίον, Αιγαίος, Αιγαίων, αιγίς- η εκπέμπουσα τρόμο και έκπληξη, η ασπίδα του Διός, θύελλα ορμητική, αιγίζω, αιγίοχος (έχω), καταιγίς, καταιγίδα, καταιγιδοφόρος. Αίξ γεν. αιγός, από το αΐσσω, αΐγ-δην. Επιπίπτει ορμητικώς επί τροφής, ιδίως επί καρποφόρων δένδρων – η κατσίκα.

Αίγαγρος (άγριος), αιγανέη, αίγειος, αιγίλωψ (ωψ), αίγεος, αιγέη, αιγή, αιγιάζω, αιγιοβάτης, γίδα, αιγι-, αιγο-, αιγ-, αίγιλος, αιγίλιψ (λείπω)- κρημνώδης, εγκατελειμμένος ακόμη κι από τις κατσίκες, αιγόκερως (κέρας), αιγοκερεύς, Αιγαίον (βλέπε άνω αϊκή)- το όρος Ίδη, μέχρι και σήμερα τρέφει αγριοκάτσικα, Αιγίπαν (παν).

Αυλή* εκ του > βλ. αύρη (ρ>λ), είναι ανοιχτή και αναπεπταμένη στον αέρα- κάθε αυλή, χρησίμευε και ως μάντρα για τα κτήνη, ο περίβολος της αυλής, η βασιλική αυλή. Αυλαία, αυλείτης, Αυλιάδες, αυλίδιον, αυλίειον, αυλίζομαι, αυλικός, αύλιον, προαύλιον, αύλιος, αύλις, αύλισις, αυλισμός, καταυλισμός, αυλιστέον, αυλιστήριον, αυλιστρίς, αυλίτης, αυλήτης, Αυλωνιάς, αυλωνίζω, αυλωνίσκος, Αυλές, αυλωνοειδής, αυλάρχης, αυλαρχείον, αυλαρχικός, Αυλέμων, Αυλίς, αυλίζω, αυλικά, Αύλιος, Αυλιώται, Αυλιώτες, αυλόγυρος, Αυλών, Αυλώνα, Αυλωνάριο, εναυλίζω, εναύλιος, αναύλισμα, εναυλιστήριος, έναυλον, εναύλειον, προσαύλειος, επαυλίζομαι, έπαυλις, επαύλιον, επαύλια, επαυλία, επαυλισμός, επαύλισμα, έπαυλος.

Αύρη εκ του > αύρα> αήρ > αυήρ > αύρη = αέρας σε κίνηση, πνοή αέρος, κυρίως δροσερή πνοή, ο δροσερός αέρας της πρωίας, η αυροφόρητος, Αύρα.

Αφιερωμένο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ !!! στα φετινά πρωτάκια ΜΑΣ

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

η τιποτένια παρηγοριά....


Οι άνθρωποι επειδή δεν μπορέσανε να γλυτώσουνε από τον θάνατο, από τη δυστυχία κι από την αμάθεια, αποφασίσανε να μη τα συλλογίζουνται ολότελα αυτά τα πράγματα για να γίνουνε φτυχισμένοι.
Αυτό είναι όλο που μπορέσανε να βρούνε για να παρηγοριούνται στα τόσα βάσανα τους.

Μά τούτη η παρηγοριά είναι πολύ τιποτένια, γιατί δε συνεργεί στη γιατρειά τού κακού, παρά μονάχα το κρύβει για λίγον καιρό, και με το να το κρύβει κάνει τον άνθρωπο να μη συλλογίζεται με τι τρόπο θα το γιατρέψει στ΄αληθινά.

Κι έτσι με την αναποδιά, πώχει απο φυσικό του ο άνθρωπος, αποδείχνεται πως ο βαρεμός που΄ναι το πιο μεγάλο κακό κατά την ιδέα του, είναι κατά βάθος το πιο μεγάλο καλό, γιατί μπορεί να συνεργήσει περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα στο ν αζητήξει την αληθινή τη γιατρειά του.

Και το να επιδίνεται σε διάφορες δουλειές είτε μανίες, που τώχει για το πιο μεγάλο καλό, είναι το πιο μεγάλο κακό, γιατί τον μποδίζει περισσότερο από κάθε τι στο να γυρέψει να βρει το γιατρικό για τα βάσαν ατου.

Και τόνα και τ΄ άλλο φανερώνει καθαρά την κακομοιριά και τον ξεπεσμό τού ανθρώπου, και μαζί δείχνει το μεγαλείο του, επειδής ο άνθρωπος όλα τα βαρυέται, κι αποζητεί ένα σωρό δουλειέςγιατί έχει την ιδέα πως είχε κάποια ευτυχία που την έχασε, και επειδής δεν τη βρίσκει μέσα του, τη ζητά μάταια στα εξωτερικά πράγματα , δίχως να μπορεί να φχαριστηθεί ποτές , γιατί τούτη η ευτυχία δε βρίσκεται μήτε μέσα μας, μήτε στ΄άλλα τα χτίσματα , παρά βρίσκεται μονάχα στο Θεό.


Ρητά και Λογισμοί του Βλάση Πασκάλ (από τον κυρ Φώτη Κόντογλου)



πηγή:
Σαντορινιός

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Το Κουτάβι...

Με την ματιά του Κλέαρχου
The Puppy

The Puppy

The Puppy

The Puppy

The Puppy

The Puppy

The Puppy

Είδα αυτό το κουτάβι στο Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης και το ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά...




πηγή:
Σαντορινιός

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ


Ένα αλιευτικό σκάφος αράζει σε ένα μικρό ελληνικό νησί.
Mία τουρίστρια συγχάρηκε τους ντόπιους αλιείς σχετικά με την ποιότητα των ψαριών τους ρώτησε πόσο καιρό τους πήρε να τα πιάσουν.
«Όχι πολύ καιρό." απάντησαν με μια φωνή.
"Γιατί να μην μένετε έξω περισσότερο και ψαρεύετε περισσότερα;"
Οι αλιείς εξήγούν ότι τα μικρά τα αλιεύματά τους είναι επαρκή για να καλύψουν τις ανάγκες τους και των οικογενειών τους.
"Μα τι κάνετε με τον υπόλοιπο χρόνο σας;"
"Εμείς κοιμόμαστε αργά, ψαρεύουμε λίγο, παίζουμε με τα παιδιά μας, και κάνουμε siesta με τις συζύγους μας. Τα απογεύματα έχουμε ένα σνακ στην παραλία
Ή πηγαίνουμε στο χωριό για να δούμε τους φίλους μας στο καφενείο, να πιούμε μερικά ποτά και να παίξουμε τάβλι.
Τα βράδια πηγαίνουμε σε μια ταβέρνα παίζουμε μπουζούκι και τραγουδάμε μερικά τραγούδια μπορεί να σπάσουμε κανένα πιάτο ή δύο.
Έχουμε μια γεμάτη ζωή. "
Η τουρίστρια τους διέκοψε,
"Έχω ένα MBA από το Harvard και μπορώ να σας βοηθήσω!
Θα πρέπει να ξεκινήσετε με το να ψαρεύετε περισσότερο κάθε μέρα.
Μπορείτε να πουλήσετε τότε τα επιπλέον ψάρια που πιάνετε.
Με τα πρόσθετα έσοδα, μπορείτε να αγοράσετε ένα μεγαλύτερο σκάφος. "
"Και μετά;"
"Με τα επιπλέον χρήματα θα έρθει το μεγαλύτερο πλοίο, μπορείτε να αγοράσετε ένα δεύτερο και ένα τρίτο
και ούτω καθεξής μέχρι να έχετε έναν ολόκληρο στόλο από μηχανότρατες.
Αντί να πουλάτε τα ψάρια σας σε μεσάζοντα,
μπορείτε να διαπραγματεύεστε άμεσα με τις μονάδες επεξεργασίας
και ίσως ακόμη και να ανοίξετε τη δική σας μονάδα.
Μπορείτε να αφήσετε τότε αυτό το μικρό χωριό και να κινηθείτε προς την Αθήνα ή ακόμα και το Λονδίνο!
Από εκεί μπορείτε να διευθύνετε την τεράστια νέα επιχείρησή σας. "
"Πόσο καιρό θα πάρει αυτό;"
"Είκοσι, ίσως και είκοσι πέντε χρόνια." απάντησε η τουρίστρια.
"Και μετά;"
"Μετά; Λοιπόν φίλοι μου, μετά είναι που γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον," απάντησε η τουρίστρια, γελώντας. «Όταν η επιχείρησή σας είναι πραγματικά μεγάλη, μπορείτε να αρχίσετε να αγοράζετε και να πουλάτε μετοχές και κάνετε εκατομμύρια!"
«Εκατομμύρια; Αλήθεια; Και μετά από αυτό;" Ρώτησε ένας από τους ψαράδες.
"Μετά από αυτό θα είστε σε θέση να συνταξιοδοτηθείτε, να ζήσετε σε ένα μικρό χωριό κοντά στην ακτή, να κοιμάστε αργά, να παίζετε με τα παιδιά σας, να πιάνετε κανένα ψάρι, να πάρτε μια σιέστα με τη σύζυγό σας και να περνάτε τα βράδια σας πίνοντας και απολαμβάνοντας με τους φίλους σας."
"Με όλο το σεβασμό δεσποινίς μου, αλλά αυτό, είναι ακριβώς αυτό που κάνουμε τώρα. Ποιος ο λόγος λοιπόν να σπαταλήσουμε είκοσι πέντε χρόνια;" ρώτησαν οι Ελληνες αλιείς;

Και το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι:

Να γνωρίζετε πού πηγαίνετε στη ζωή ....
μπορεί να είστε ήδη ΕΚΕΙ.


πηγή: Σαντορινιός

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗ




Γράφει η Θαλλέλαια Καραμολέγκου

'Τι λες; Ξεκινάμε;'' με ρώτησε ο κύριος Εμμανουήλ Λιγνός μόλις μου πρότεινε να υπηρετήσω το μνημείο Παναγία Επισκοπή. Βεβαίως, η αντίδρασή μου εκείνη την στιγμή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μεγάλη έκρηξη ενθουσιασμού. Φυσικά, τα μεγάλα επίπεδα χαράς που είχαν κατακλύσει τα φυλλοκάρδια μου, δεν επέτρεπαν στην σκέψη μου να συλλάβει το μέγεθος της σοβαρότητας και της ευθύνης που δημιουργήθηκε με την πρόταση αυτή. ''Αυτό διάβασε για να γνωρίσεις περισσότερα για την ιστορία της'' μου έγνεψε και μου παρέδωσε το βιβλίο του κυρίου Μηνδρινού. Ένα λεπτό, συνοπτικό, κόκκινο βιβλίο με τον τίτλο '' Ιερός προσκυνηματικός ναός Παναγία Επισκοπή '' αναπαυόταν στα τότε τρεμάμενα χέρια μου. Κανείς, ποτέ δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε.

Εκείνη την ημέρα, ο ήλιος ξεπρόβαλε τα νώτα του και τα βλέφαρά μου άνοιξαν επιτρέποντας στους οφθαλμούς για ακόμη μια φορά να διακρίνουν τον κόσμο. Η διαδρομή προς την εκκλησία μου φάνηκε πιο γρήγορη κι από την οποιαδήποτε διαδρομή στο εσωτερικό του σπιτιού. Προσπαθούσα να αναστήσω στο μυαλό μου διάφορες νεκρωμένες αναμνήσεις του παρελθόντος, που σχετίζονταν με τα τοπία που κοιτούσα μέχρι να φτάσω. ''Στις 2 θα είμαι εδώ, καλή σου μέρα'' αναφώνησε ο οδηγός και το αυτοκίνητο χάθηκε στην κακοτράχαλη κατηφόρα προς το χωριό των φαντασμάτων, όπως παρουσιάζουν τη Μέσα Γωνιά κάποιοι ξεναγοί στους ανήξερους επισκέπτες.

Το βλέμμα μου καρφώθηκε στην αυλόπορτα. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν την εκκλησία αλλά εκείνη τη φορά έψαχνα εξονυχιστικά σε κάθε γωνία μήπως ανακαλύψω ακόμη ένα ιστορικό κομμάτι για να συμπληρωθεί η πλούσια εικόνα της. Η πόρτα άνοιξε πολύ πιο εύκολα από ότι φανταζόμουν. Το λουκέτο που διαθέτει είχε αφαιρεθεί για να είναι δυνατή η είσοδος σε αυτήν από τους ταπεινούς επισκέπτες. Το πέτρινο δάπεδο σε εντάσσει κατ' ευθείαν σε μία άλλη εποχή. Μια μηχανή χρόνου που δεν χρειάζεται να κινδυνέψεις τη ζωτική σου υπόσταση για να τη χρησιμοποιήσεις. Μια αυτόματη μεταφορά σου στο παρελθόν, στην αγνότητα, στα ανέμελα χρόνια, σε εκείνες τις εποχές όπου οι άνθρωποι στερούνταν υλικών αγαθών και πλούτιζαν συνεχώς πνευματικών. Τα παπούτσια σου γλιστράνε ανάμεσα στις πέτρες, τα πόδια σου ακολουθούν το πέτρινο μονοπάτι αδιαφορώντας για τη μη ευθύτητα του εδάφους. Ακόμη κι όταν το ασφαλτωμένο δρομάκι πατήσεις, μη φοβηθείς πως βγήκες απ' του χρόνου τη μηχανή. Δεν είναι αλήθεια. Ακόμα βρίσκεσαι εκεί. Σε μια παλιά εποχή περιπλανιέσαι κι όλα γύρω σου έτσι τα ομοιάζεις και τα καινούρια διόλου δε θωρείς. Σα να εξαφανίστηκαν από το χάρτη. Μια μηχανή του χρόνου με τον πιο σπουδαίο, τον πιο έγκυρο κι αποτελεσματικό μηχανισμό, αυτόν του λογισμού, αυτόν της σκέψης. Ανάβεις το κερί, με ευλάβεια προσκυνάς την εναπομένουσα φωτογραφία της κλεμμένης εικόνας κι εξέρχεσαι από το νέο καλόγουστο δωματιάκι των κεριών.

''Ήρθε η στιγμή αναφώνησα εκεί πρέπει να αναζητήσω την ιστορία της''. Μια ξύλινη πόρτα με χώριζε από το εσωτερικό, ένα άψυχο υλικό κι όμως τα χέρια μου έτρεμαν μόλις το ακουμπήσαν. Άνοιξε. Φως στόλισε την εκκλησιά στα πρώτα λιγοστά μέτρα που διέκρινα. Εικόνες έλαμψαν και στον τοίχο μπροστά σου φανερώθηκε μια γραφή.. Μόλις γυρίσεις το κεφάλι σου στα πίσω και την πόρτα θελήσεις να γύρεις λιγάκι, στο πάνω μέρος πάνω απ' τα ξύλινα θηκάρια τοιχογραφίες θα ανακαλύψεις. Δεξιά κι αριστερά σκαμνάκια, πιστοί εδώ και χρόνια προστρέχουν τις Κυριακές να λάβουν ευλάβεια από αυτόν εδώ το χώρο που μαγείας ευωδία μυρίζεις. Στην κύρια εκκλησία μην πατήσεις αν πρώτα το δικό σου χαιρετισμό δε δώσεις στον αυτοκράτορα. Δεξιά σε ένα μικρό δωματιάκι θα τον βρεις μονάχο. Εκεί κάθεται αιώνες τώρα έχοντας παρέα τις τοιχογραφίες τριγύρω. Μη διστάσεις να τον κοιτάξεις, εσένα περιμένει μια παρουσία για να μπει και να φωτίσει. Εκείνος που χρηματοδότησε κάποτε για αυτό το θαύμα εκεί τώρα στέκεται και το φυλά.

Κι έπειτα ας γυρίσεις προς τα πίσω κι ας ρίξεις τη ματιά σου προς τα έσω κι ας νιώσεις μεγάλο δέος να σε κατακλύζει. Την αιώνια παρουσία της θα σου επιβάλει μόλις λιγάκι σημασία της δώσεις. Οι εναπομείνασες παλαιές εικόνες γλυκά θα σε χαιρετήσουν συστήνοντας σου τις καινούριες μες στο χώρο. Θα σου εξηγήσουν με τον τρόπο τους την ιστορία, όλα τα στοιχεία μέσα στο ναό σε εκείνο θα συμβάλουν. Θα σου πουν για τα πάντα, μα κυρίως σε μια νύχτα θα εντείνουν τη δική σου προσοχή. Μια νύχτα μαύρη, έρημη. Για μια σκοτεινή αποφράδα νύχτα θα σου μιλήσουν, εκείνη τη νύχτα που οι εικόνες ταχύτατα εξαφανίστηκαν. Τη νύχτα εκείνη της κλοπής θα διακρίνουν και έναν πόνο χωρίς δάκρυ, ένα βουβό πόνο θα εκφράσουν. Όλα μες στο ναό μεταφορικά εκείνη την στιγμή θε να λυγίσουν και τη δική σου στεναχώρια θα συλλάβουν. Μα το δάκρυ σου δε θα 'ναι μοναχό και εκείνες στο δικό σου δάκρυ θα ενταχθούνε και τη δική τους πικρία με αυτόν τον τρόπο θα δηλώσουν.

Τολμηρότητα ουδεμία θα μου πεις;
Η θλίψη κατακτά το χώρο;
Η απάντηση δε θα εκπλήξει και πολύ. Εκεί βρίσκονται αναλλοίωτες σχεδόν οι κολώνες τόσους αιώνες. Στηρίζουν τα θεμέλια του ναού κι αντέχουν ακόμα. Με μια υπερηφάνεια, σιγουριά και λίγη υπεροψία για τον εαυτό τους θα σου προβάλουν το χαίρε. Μαρμάρινες, ψηλές, κοντές, στητές, πανέμορφες. Να μην ξεχάσεις τις τοιχογραφίες να αντικρίσεις, τα ζωντανά τους χρώματα παρά τα τόσα χρόνια να θαυμάσεις, παραστάσεις που ίσως δε βρεις αλλού θα αντικρίσεις. Δες τις καλά και ένταξε τις στην ιστορία. Κι όταν μόνος σου ανακαλύψεις τα ιστορικά τους πλαίσια περήφανος θα νιώσεις που αποκρυπτογράφησες στοιχεία τέτοιου είδους.

Το πόδι μου έκανε στροφή και έστρεψε το σώμα μου προς την πόρτα. Μα πριν βγεις το κεφάλι γύρνα λίγο και μετάτρεψε την εικόνα που θα δεις σε δυνατή ανάμνηση να τη θυμάσαι όταν μακρινό δάπεδο πατάς, όταν πια κοντά της δε θα 'σαι. Και πού ξέρεις; Όταν την πόρτα καθώς φεύγεις κλείσεις, μες στην εκκλησιά θωρείς πως συζητάνε μακρινές ψυχές του παρελθόντος, ευλογημένες. Την πόρτα έκλεισες μα η μαγεία που ένιωσες στην καρδιά σου θα μείνει για πάντα.

Οι δείκτες του ρολογιού είχαν δείξει 14.05.
'' Πώς σου φάνηκε για πρώτη μέρα;'' Ρώτησε ο οδηγός μόλις επιβιβάστηκα στο όχημα '' Καλά, τίποτα το συνηθισμένο. Εκεί μέσα η ατμόσφαιρα μυρίζει μέθη δημιουργική, μέθη αγνότητας, μέθη χρόνου. Αλλά μη φανταστείς τίποτα το συνηθισμένο..''

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Πώς να ξεχάσεις...


.
Πώς να ξεχάσεις τις γκρίζες μέρες...

όταν είναι αυτές που φέρνουν τη λάμψη του ήλιου;
.
Πώς να ξεχάσεις τις ήττες...

όταν είναι αυτές που θα φέρνουν τις νίκες;
.
Πώς να ξεχάσεις τα λάθη...

όταν είναι αυτά που δίνουν τα μαθήματα;

Πώς να ξεχάσεις τη μοναξιά...

όταν είναι αυτή που σε κάνει να καταλάβεις τους φίλους;
.
Πώς να ξεχάσεις τις αναποδιές...

όταν είναι αυτές που σε μαθαίνουν να ονειρεύεσαι;
.
Πώς να ξεχάσεις τις στεναχώριες...

όταν είναι αυτές που έκαναν την τύχη σου ν’ αλλάξει;


Μη δίνεις ποτέ εξηγήσεις…
Οι φίλοι σου δεν τις χρειάζονται.
… και οι εχθροί σου δεν θα τις πιστέψουν…

Μηθυμναίος





πηγή: Τρελογιάννης

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

«Η πρώτη μέρα στο σχολείο»



Γράφει: Ο Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκίς
Έτσι ακριβώς, «Η πρώτη μέρα στο σχολείο» τιτλοφορείται κι ένα κείμενο που περιέχεται στο «Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Α΄ και Β΄ Δημοτικού», σελ. 30-31. Στο κείμενο αυτό «προσφέρονται», ανεπιγνώστως προφανώς από τους συγγραφείς, όλα τα τρέχοντα ιδεολογήματα και τα κενοεπή στοιχεία που χαρακτηρίζουν το «νέο σχολείο».
Ένας μικρός μαθητής, πρωτάκι, διηγείται τις εντυπώσεις του από την πρώτη μέρα στο σχολείο. Μετά τις γνωστές αγωνίες, τον φόβο του αγνώστου, τη σπαραξικάρδιες «απαγκιστρώσεις» εκ της μητρικής αγκάλης και τα συναφή της παρθενικής «ακαδημαϊκής» σταδιοδρομίας, διαβάζουμε στον επίλογο:

«Η δασκάλα μας ήταν η κυρία Μεταξά. Ήθελε να τη φωνάζουμε Γεωργία και κυρίως όχι δασκάλα. Ο Κυριάκος που καθόταν δίπλα μου, είπε: - Δασκάλα, μπορώ… Σταμάτησε. Η δασκάλα μας χαμογέλασε. Μετά είπαμε όλοι τα ονόματά μας. Φανή, Γιάννης, Ιουλία, Αναστασία…. Με τι θέλετε να αρχίσουμε; ρώτησε η κυρία μας.
Ο Κωστής σήκωσε το χέρι.
- Με την τουαλέτα κυρία».


Τι αχνοφέγγει πίσω από τις χαζοχαρούμενες αυτές αράδες, οπωσδήποτε α(κατα)νόητες για νεοεισερχόμενο στο σχολείο μαθητή, απαξιωτικές και προσβλητικές για τον δάσκαλο;

Εδώ έχουμε μια «προοδευτικιά» δασκάλα, που αποποιείται την αποστολή της.

Εφ’ όσον απορρίπτει τον σεβασμό που περιέχει η προσφώνηση «κυρία», εκλιπαρεί την οικειότητα, η οποία παρερμηνεύεται από τους μαθητές και καταντά η μητέρα της καταφρονήσεως και της απειθαρχίας.

Πολλοί εκπαιδευτικοί πράττουν το ίδιο, έχοντας θολά εντυπωμένη στο νου τους την θεωρία της αντιαυταρχικής ή αντιαυθεντικής αγωγής. Καλλιεργούν μια «ανάρμοστη» σχέση με τους μαθητές τους, δήθεν φιλική.

Όμως όταν ο εκπαιδευτικός παρουσιάζεται υπερβολικά επιεικής σημαίνει ή ότι δεν μπορεί να διαδραματίσει σωστά τον ηγετικό ρόλο του ή ότι δεν ενδιαφέρεται για τα παιδιά.



Στις περιπτώσεις αυτές η επιείκεια αποτελεί την χειρότερη μορφή αδιαφορίας. (Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τους γονείς, που προσπαθώντας να κερδίσουν την εκτίμηση των παιδιών τους, διαβάζοντας και κάποια «βίπερ», περί «δημοκρατικής» οικογενειακής αγωγής, που κυκλοφορούν και σε μπακάλικα, λένε στα παιδιά τους: «μη με βλέπεις σαν πατέρα. Εγώ θέλω να είμαι φίλος σου».

Σ’ αυτήν την περίπτωση και ο γονέας είναι ένα ανώριμο παιδί που παραιτείται από την πατρική ή την μητρική του ευθύνη και δημιουργεί στο παιδί αίσθημα ανασφάλειας, που θα φτάσει ως τον πανικό.

Τα παιδιά θα βρουν ευκαιρίες στην ζωή τους ν’ αποκτήσουν φίλους, είναι όμως αμφίβολο αν θα βρουν κάποιον άλλο πατέρα ή άλλη μητέρα).

Η δασκάλα του κειμένου, που ήθελε να την προσφωνούν οι μαθητές της – και μάλιστα της πρώτης τάξης – Γεωργία (ή, γιατί όχι, Γωγώ), αυτοακυρώνεται και ταυτόχρονα, εξ απαλών ονύχων, «διδάσκει» στα παιδιά ότι δεν υπάρχει αυτή η ευλογημένη απόσταση μεταξύ δασκάλου και μαθητή, το μυστικό υφάδι που συνέχει αυτή τη σχέση, που ονομάζεται σέβας.

Με τα καλοπιάσματα και τις κολακείες δεν βγάζεις γερούς μαθητές. «Δει δ’ αυτούς μηδέ τοις εγκωμίοις επαίρειν και φυσάν∙ χαυνούνται γαρ ταις υπερβολαίς των επαίνων και θρύπτονται», δηλαδή, πρέπει να μην παινεύουμε υπερβολικά και φουσκώνουμε τα παιδιά με τα εγκώμια, γιατί με τις υπερβολές των επαίνων γίνονται ματαιόδοξα και κακομαθημένα». (Πλούταρχος, «περί παίδων αγωγής», εκδ. «Κάκτος», σελ. 69).

Και ο οσιακής μνήμης γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, επόμενος τοις θείοις πατράσι, έλεγε κάτι σημαντικό:

«Στα παιδιά ο έπαινος κάνει κακό. Τι λέει ο λόγος του Θεού; «Λαός μου οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς και την τρίβον των ποδών υμών ταράσσουσιν».
Όποιος μας επαινεί, μας πλανάει και μας χαλάει τους δρόμους της ζωής μας. Πόσο σοφά είναι τα λόγια του Θεού! Ο έπαινος δεν προετοιμάζει τα παιδιά για καμιά δυσκολία στη ζωή. Και βγαίνουν απροσάρμοστα και τα χάνουν και τελικά αποτυγχάνουν. Τώρα ο κόσμος χάλασε. Στο μικρό παιδάκι λένε όλο επαινετικά λόγια. Μην το μαλώσουμε, μην του εναντιωθούμε, μην το πιέσουμε το παιδί. Μαθαίνει, όμως, έτσι και δεν μπορεί να αντιδράσει σωστά και στην πιο μικρή δυσκολία. Μόλις κάποιος του εναντιωθεί, τσακίζεται, δεν έχει σθένος.
Οι γονείς ευθύνονται πρώτοι για την αποτυχία των παιδιών στη ζωή και οι δάσκαλοι και καθηγητές μετά. Τα επαινούν διαρκώς. Τους λένε εγωιστικά λόγια. Δεν τα φέρνουν στο Πνεύμα του Θεού. Τ’ αποξενώνουν απ’ την Εκκλησία. Όταν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά και πάνε στο σχολείο μ’ αυτό τον εγωισμό, φεύγουν απ’ τη θρησκεία και την περιφρονούν, χάνουν το σεβασμό προς το Θεό, προς τους γονείς, προς όλους. Γίνονται ατίθασα και σκληρά κα άπονα, χωρίς να σέβονται ούτε τη θρησκεία, ούτε τον Θεό. Βγάλαμε στη ζωή εγωιστές και όχι χριστιανούς».
(Γέροντος Πορφυρίου, «Βίος και Λόγοι»», εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σελ. 427).


Το κείμενο του σχολικού βιβλίου τελειώνει με την ομορφότατη και παιδαγωγικότατη «επιθυμία» του μαθητή να αρχίσει η σχολική χρονιά, η διδαχή, με την….τουαλέτα.


Σαφές το μήνυμα, ελήφθη. Εύγε στους ιθύνοντες, τα σαΐνια του αμαρτωλού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Παιδεία, αγωγή, σμίλευση ψυχών, προσιδιάζουσα…στις τουαλέτες.

Αυτό το μνημειώδες κείμενο βρήκαν, για να υποδεχτούν τους νιόβγαλτους μαθητές στο γοητευτικό ταξίδι της γνώσης. Αντί για οσμή πνευματικής ευωδίας, ένα κείμενο από τα μυρίπνοα άνθη της παράδοσής μας, η δυσωδία του βόθρου, η διά βίου εκπαίδευση που οραματίζονται οι Γραικύλοι της σήμερον.

Δευτέρα μεθαύριο, πρώτη μέρα στο σχολείο. Οι νεοταξοσκώληκες ας αρχίσουν «με την τουαλέτα». Εμείς θα αρχίσουμε με τις αγιαστικές ευχές της Εκκλησίας μας, υπερήφανοι γιατί είμαστε Έλληνες δάσκαλοι. «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά» αλλά μες στην τάξη Κρυφό Σχολειό.

Κλείνω με ένα εξαίρετο κείμενο, αντάξιο για δασκάλους.

«Η προσευχή του δασκάλου.
Κύριε,
Δώσε μου απλότητα και βάθος. Κάμε να μην είμαι περίπλοκος ούτε κοινότοπος στο καθημερινό μου μάθημα. Κάμε να υψώσω τα μάτια μου από το πληγωμένο μου στήθος, μπαίνοντας κάθε μέρα στην τάξη μου. Ας μη φέρω μαζί μου στην έδρα μου τις μικρές μου υλικές μέριμνες και τις δικές μου λύπες. Κάμε το χέρι μου ελαφρότερο στην τιμωρία και απαλότερο στο χάδι. Ας επιπλήττω απρόθυμα, για να είμαι βέβαιος ότι τιμωρώ από αγάπη. Το πλινθόκτιστο σχολείο μου ας είναι καμωμένο από πνεύμα. Οι φλόγες του ενθουσιασμού μου ας καλύπτουν την φτωχή του είσοδο και την γυμνή αίθουσά του. Η καρδιά μου ας είναι για το σχολείο μου μια πιο ισχυρή στέγη και η καλή θέλησή μου ένας χρυσός καθαρότερος από τον χρυσό των πλουσίων σχολείων».


(Γαβριέλα Μιστράλ. Χιλιανή ποιήτρια και δασκάλα. Βραβείο Νόμπελ 1946).

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010


Η ωραιότερη μυρωδιά είναι του ψωμιού,

η ωραιότερη γεύση του αλατιού,

η ωραιότερη αγάπη των παιδιών.



ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Είσαι εκεί...


Δες το είδωλο της κληματαριάς

που νωχελικά λικνίζεται στο

προσιτό μέρος του απέραντου γαλάζιου.

Είσαι εκεί.


Δες το ρέμα και τα ρυάκια

που είναι καμπύλες μιας ασύμμετρης γεωμετρίας

Είσαι εκεί.


Δες το βυζαντινό καλντερίμι με

το ΄κονοστάσι κάτω από το βράχο.

Είσαι εκεί.


Δες τη κρήνη που η τέχνη της σμίλης μιας

άλλης εποχής δημιούργησε.

Είσαι εκεί.

Δες τη συστάδα από τα αρμυρίκια

στην ακτή της νιότης μου,

που φιλάει το κύμα με πάθος.

Είσαι εκεί.


Δες το κύμα που προσπαθεί

να χαιδέψει τους γλάρους

με σύμμαχο τον άνεμο.

Είσαι εκεί.


Και ένα ερώτημα

να διατυπώσω...

Που δεν είσαι;


http://dimarath.blogspot.com/

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Λόγια σοφά γέροντος Πορφυρίου




• Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει ν᾿ ἀγαπήσει τὸ Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήσει τὸ Χριστό, ἀπαλλάσσεται ἀπ᾿ τὸ διάβολο, ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ ἀπὸ τὸ θάνατο.

• Νὰ προσεύχεσαι χωρὶς ἀγωνία, ἤρεμα, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

• Δὲν πρέπει νὰ πολεμᾶτε τὰ παιδιά σας, ἀλλὰ τὸν σατανᾶ ποὺ πολεμᾶ τὰ παιδιά σας. Νὰ τοὺς λέτε λίγα λόγια καὶ νὰ κάνετε πολλὴ προσευχή.

• Ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα. Δὲν πρέπει ἡ μητέρα νὰ ἀρκεῖται στὸ αἰσθητὸ χάδι στὸ παιδί της, ἀλλὰ νὰ ἀσκεῖται στὸ πνευματικὸ χάδι τῆς προσευχῆς.

• Ἡ σωτηρία τοῦ παιδιοῦ σας περνάει μέσα ἀπὸ τὸν ἐξαγιασμὸ τὸ δικό σας.



Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009



Κύριε,

Κάνε με ὄργανο τῆς εἰρήνης.

Κάνε στὴ θέση τοῦ μίσους, νὰ βάζω τὴν ἀγάπη.

Στὴ θέση τῆς ὕβρης, νὰ βάζω τὴν συγγνώμη.

Στὴ θέση τῆς πλάνης, νὰ βάζω τὴν πίστη.

Στὴ θέση τῆς διχόνοιας, νὰ βάζω τὴν ἕνωση.

Στὴ θέση τῆς ἀπελπισίας, νὰ βάζω τὴν ἐλπίδα.

Στὴ θέση τῆς λύπης, νὰ δίνω τὴ χαρά.

Κύριε,

Κάνε νὰ μὴ ζητῶ τόσο νὰ παρηγορηθῶ, ὅσο νὰ παρηγορῶ.

Νὰ μὴ ζητῶ τόσο νὰ ἀγαποῦμαι, ὅσο νὰ ἀγαπῶ.

Γιατὶ ὅταν δίνουμε λαβαίνουμε.

Ὅταν λησμονοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν ξαναβρίσκουμε.

Ὅταν συγχωροῦμε λαβαίνουμε τὴν ἄφεση.

Ὅταν ἀποθνῄσκουμε, βρίσκουμε τὴν αἰώνια ζωή.