Ένα ιστολόγιο που πηγαίνει σχολείο και αγωνιά για την παιδεία .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Το χιόνι στοιβαζόταν πυκνό όλο το απόγευμα ντύνοντας την ορεινή πολίχνη, που είχε κουρνιάσει στην απάνεμη πλαγιά του βουνού, στα λευκά. Μα ωστόσο ο παγωμένος αέρας σήμερα, παραμονή
Χριστουγέννων, δεν της χαριζόταν καθόλου. Σάρωνε τις πλαγιές, στριμωχνόταν βουίζοντας στα σοκάκια, ξεχυνόταν γοργά στην απλωμένη κοιλάδα, πιστός στο ραντεβού του με τις άπειρες λευκές νυφούλες
που, παιχνιδιάρες, άπιστες, ψυχρές, στριφογύριζαν αδιάκοπα, λοξοδρομώντας απρόβλεπτα σε κάθε του ερωτικό άγγιγμα.

Τα Χριστούγεννα έρχονταν τυλιγμένα στην ομορφιά.

Κοντοστάθηκε μπρος στην κλειστή πόρτα. Τίναξε το χιόνι από πάνω του, ξερόβηξε και μπήκε. Με το άνοιγμα της πόρτας το χιόνι, σπρωγμένο απ' τον άνεμο, χύθηκε μέσα κι ανακάτεψε την πνιγηρή
ατμόσφαιρα του καπηλειού κάνοντας όλους να γυρίσουν τα κεφάλια τους. Μα αυτός, χωρίς να καλησπερίσει, χωρίς να κοιτάξει κανένα, προχώρησε στη γωνιά του και σωριάστηκε βαρύς στην άδεια καρέκλα,
γυρνώντας σχεδόν την πλάτη του σε όλους. Όμως δεν φάνηκε να πειράχτηκε ή να παραξενεύτηκε κανένας. Το γκαρσόνι μάλιστα, με το που τον είδε, έτρεξε αμέσως με το καραφάκι και το ποτήρι στο χέρι
στο τραπέζι του.

Όλοι τον ήξεραν στη μικρή τους πόλη.

Το πικρό του δράμα το μοιράζονταν όλοι σιωπηλά. Η θλιβερή ζωή του μπάρμπα - Κοσμά ήταν μέρος της καθημερινής τους έγνοιας. Ήξεραν όλοι το μοναχικό γεράκο που τον εγκατέλειψε ο γιος του. Τον
ήξεραν και τον συμπαθούσαν.

Ο προκομμένος του ήταν φευγάτος από χρόνια. Είχε δηλώσει ότι δεν θέλει καμιά επικοινωνία. Ήθελε να είναι ελεύθερος. Χωρίς δεσμεύσεις. Ο γέρος πικράθηκε βαθιά. Του μήνυσε πως το σπίτι του θα ήταν
πάντα ανοιχτό να τον περιμένει. Κι από τότε η ζωή του έγινε όλη ένα δάκρυ, που απ' τα μάτια του έσταζε αδιάκοπα στην καρδιά.

Δεν έλεγε σε κανέναν τον πόνο του. Μα όλοι τον γνώριζαν. Κάθε μέρα κατέβαινε στο σταθμό. Την ώρα της άφιξης αυτός ήταν πάντα εκεί. Το σφύριγμα του τραίνου ανατάραζε μέσα του τρελά την ελπίδα. Κάθε
μέρα τα τραίνα έρχονταν και έφευγαν σφυρίζοντας δυνατά στον αέρα. Κι αυτός περίμενε... περίμενε...

Και πιο πολύ τις μέρες τις καλές που όλοι χαίρονται, σαν σήμερα. Τότε δυνάμωνε η απαντοχή του, δυνάμωνε η ελπίδα του, δυνάμωνε ο πόνος. Κι απόψε όλοι ήξεραν πως από εκεί ερχόταν πάλι. Διπλά
πικραμένος, διπλά απελπισμένος. Για μια φορά ακόμα θα κάμει μόνος του Χριστούγεννα.

Βυθισμένος στις μαύρες του αναμνήσεις άδειαζε σταγόνα - σταγόνα το ποτήρι του, πασχίζοντας μάταια να ρίξει φάρμακο στο φαρμάκι της καρδιάς του.

Η νύχτα προχώρησε. Το καπηλειό άδειαζε, μια και όλοι βιαζόντουσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους για τη μεγάλη γιορτή. Έφυγε τελευταίος. Μα αντί να ανηφορίσει για το σπίτι του, τα βήματά του κατηφόρισαν
ανεξήγητα ως το σταθμό. Γιατί πήγαινε εκεί; Ούτε που καταλάβαινε.



Οι αποβάθρες έρημες. Κανένα ζωντανό πλάσμα δεν κουνιόταν εδώ. Το τελευταίο τραίνο είχε σφυρίξει εδώ και ώρες. Κάθισε σ' ένα παγκάκι. Το υπόστεγο τον προστάτευε απ' το χιόνι, μα όχι κι απ' τον άνεμο
και το κρύο. Τυλίχτηκε στο χοντρό του παλτό. Ο βαθύς πόνος του έσχιζε την καρδιά. Το μυαλό του θόλωνε. Δε νοιαζόταν πια για τίποτε. Η ώρα περνούσε, μα ο χρόνος έπαψε να υπάρχει γι 'αυτόν. Ώσπου
ακούστηκαν κάποια βήματα δίπλα του. Ο παπάς κατέβαινε για τη νυχτερινή γιορτινή Λειτουργία. Τον είδε και απορημένος πλησίασε.

- Μπάρμπα - Κοσμά, τέτοια ώρα τί κάνεις εδώ;
Δεν αποκρίθηκε. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Η μορφή του σκοτείνιαζε απ' τη μελαγχολία.
- Έλα στη Λειτουργία απόψε, συνέχισε ο παπάς. Έτσι, να γλυκαθεί λιγάκι η ψυχή σου, μέρα που είναι.
- Τράβα το δρόμο σου, παπά. Άσε με στο χάλι μου, είπε ανόρεχτα.
Ο παπάς επέμεινε. Μα ο γέρος έχασε την υπομονή του.
- Φύγε, παπά. Τα είπαμε και τα ξανάπαμε αυτά. Ο Θεός σου δεν υπάρχει για μένα. Μη με κεντρίζεις περισσότερο, μέρα που είναι. Τράβα στη δουλειά σου, το καλό που σου θέλω.
- Καλά λοιπόν, φεύγω. Μα η πόρτα θα 'ναι ανοιχτή, όποτε κι αν θελήσεις.

Ο παπάς έφυγε και ο γέρος έγειρε αποκαμωμένος στο παγκάκι. Έκλεισε τα μάτια του, μα πού ύπνος μ' αυτή την παγωνιά που έφτανε ως τα κόκκαλα. Ο αβάσταχτος πόνος διαπερνούσε τα εσώψυχα του
σωρεύοντας κρυάδα στην καρδιά του.

Ολόμαυρη η παγωμένη νύχτα γύρω του. Θανατερό το κρύο σκοτάδι μέσα του. Ο κόσμος όλος, έξω και μέσα του, ένας τάφος. Έρημος, κρύος, σκοτεινός.

Ένοιωσε την απόλυτη μοναξιά. Βίωσε την πλέρια δυστυχία. Βούλιαξε στην έσχατη απόγνωση. Τί περισσότερο θα μπορούσε να' ναι η κόλαση;
- Γιέ μου! βόγκηξε δυνατά και σωριάστηκε σαν το κουβάρι.
Ο άνεμος μούγκρισε δυνατά και ξανάφερε στ' αυτιά του ολόιδια τη φωνή του.
- Γιέ μου!
Την πήγε μακριά και την ξανάφερε. Και βάλθηκε να κάνει το ίδιο ξανά και ξανά, λες και τον ευχαριστούσε να μαστιγώνει αλύπητα τ' αυτιά και την καρδιά του γέρου.
Μα όχι! Κάποιος φαίνεται να του μιλάει πραγματικά. Ακούει ξεκάθαρα μεσ’ στου ανέμου τη βοή όχι τη δική του, μα κάποια άλλη, παράξενη φωνή.
- Γιέ μου!
- Ποιος είναι; αναρωτήθηκε. Μήπως ονειρευόταν;

Ποιος θα μπορούσε να τον φωνάζει γιο του; Έστρεψε τα κουρασμένα του βλέφαρα δώθε - κείθε. Μεσ' στη θολούρα του μυαλού του και της νύχτας αγνάντεψε μια ανάερη μορφή, που έσβηνε και φαινόταν
σαν τις νιφάδες του χιονιού, που χόρευαν στον αέρα. Η απόκοσμη φωνή δεν έπαυε να αντηχεί σαν χάδι απαλό στ' αυτιά του. Μα τα θαμπά του μάτια δεν μπορούσαν ν' αντικρύσουν καθαρά τη μορφή που
όλο ερχόταν κι έφευγε από μπροστά του.

Του φάνηκε αρχικά σα να 'ταν το πρόσωπο του συχωρεμένου του πατέρα. Μετά του φάνταζε σαν τη μορφή του παπά που του μίλησε νωρίτερα. Μα τέλος όλα ξεκαθάρισαν. Μπροστά του έλαμψε ολοκάθαρα
του ίδιου του Χριστού το πρόσωπο, γλυκύτατο και ολοφώτεινο.

- Πέθανα φαίνεται, σκέφτηκε. Βρίσκομαι σ' άλλο κόσμο πια!
- Ολόκληρη ζωή σε περιμένω, γιέ μου. Γιατί δεν έρχεσαι κοντά μου; ακούστηκε ζεστή η θεϊκή φωνή.
Ο γέρος τα χρειάστηκε.
- Κοντά σου εγώ; Μα πώς να' ρθώ; Διάλεξα την ελευθερία μου από σένα. Πώς να ξαναγυρίσω τώρα; Και πώς μαζί σου να λογαριαστώ;
- Εσύ γι' αυτό ποθείς να 'ρθεί κοντά σου το παιδί σου; Για να σου δώσει λογαριασμό;
- Και βέβαια όχι! Ας ήτανε μονάχα να γυρίσει.
- Αυτό συμβαίνει και σε μένα. Μπορείς να με περιφρονείς, να μ' αγνοήσεις. Μα το δικαίωμα να σ' αγαπώ μπορείς να μου το πάρεις; Σε καρτερώ, θαρρείς, για να βγάλω το άχτι μου; Κοντά μου σε καλώ, γιατί
σε λαχταράω, γιέ μου. Μόνο γι αυτό. Ο πόνος μου είναι βαθύς, όσο σε ξένα, μακρινά από μένα, μονοπάτια περπατάς. Πικρό το δάκρυ μου πίσω απ' το κάθε βήμα σου σταλάζει. Ολόκληρη ζωή κλαίω για
σένα. Εσύ τουλάχιστον μπορείς να καταλάβεις τί σημαίνει αυτό. Ότι περνάς εσύ από το γιο σου, περνώ από σένα και εγώ. Και σκέψου ακόμα, πως εσύ πονάς για ένα σου παιδί μονάχα, μα εγώ για
αναρίθμητα.

Σα να 'πεσαν λέπια από τα μάτια του, σα να σκορπίστηκε ομίχλη απ' το μυαλό του, ξαφνικά κατάλαβε. Συνειδητοποίησε το δράμα του Θεού. Τον ασίγαστο πόνο Του για τα παιδιά Του. Την απροσμέτρητη
λαχτάρα Του να τα μαζέψει όλα γύρω Του, στο πατρικό τους σπίτι. Για πρώτη φορά ένοιωσε πατέρα του Αυτόν, που ως τότε έβλεπε σαν ανελέητο αφεντικό. Η εμπειρία τον συντάραξε.

- Σε νοιώθω, Θεέ μου, πράγματι, μουρμούρισε. Πατέρας είμαι κι εγώ, φαντάζομαι τον πόνο σου. Μα δεν σε γνώριζα πριν. Πρώτη φορά σε ανταμώνω και μένω εκστατικός.

Η θεϊκή μορφή ακτινοβολούσε κύματα ζεστασιάς κι αγάπης που τύλιγαν το γέρικο κορμί σε μια ολόθερμη αγκαλιά. Η καρδιά του ζεστάθηκε. Δεν ένοιωθε καθόλου παγωνιά.
- Έλα στο σπίτι μου και εκεί δεν θα σου λείψει τίποτα, είπε κι άρχισε η θεϊκή μορφή να χάνεται.



Μα σύγκαιρα ο αέρας γέμισε από το γλυκό ήχο της καμπάνας που σήμαινε Χριστούγεννα. Ο γέρος ανασάλεψε ξυπνώντας απ' το μαγευτικό του όνειρο. Μα ήταν αλήθεια όνειρο; Κι όμως δεν ένοιωθε το κρύο
πια. Και η καρδιά του πέταγε σαν του μικρού παιδιού.

Σηκώθηκε γρήγορα. Τα πόδια του ανάλαφρα τον έφεραν στην εκκλησιά. Ήταν μισογεμάτη κιόλας. Χρόνια είχε να δρασκελίσει το κατώφλι της. Έπιασε μια γωνιά. Το βλέμμα του πλανήθηκε ένα γύρο. Στάθηκε
στις μεγάλες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας στο τέμπλο. Τους ένοιωσε δικούς του. Η καρδιά του αναγάλλιασε. Σαν τότε που έτρεχε παιδί στην αγκαλιά της μάνας, του πατέρα του. Στη ζεστασιά του
πατρικού σπιτιού του.

Μα εκεί στο πλάι του, παρά μπροστά, στη δεξιά κολόνα ακουμπισμένος, ένας γεροδεμένος άντρας, ώρα τώρα, τον παρατηρούσε επίμονα. Κάποια στιγμή ήρθε και στάθηκε κοντά του. Τον άγγιξε απαλά.

Ο μπάρμπα - Κοσμάς γύρισε παραξενεμένος. Κοιτάχτηκαν λίγες στιγμές ακίνητοι. Και ξαφνικά...
- Πατέρα!
- Γιέ μου!

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Σηκώθηκε σούσουρο τριγύρω, ο παπάς πρόβαλε απορημένος το κεφάλι απ' την Ωραία Πύλη, η ψαλμωδία σχεδόν σταμάτησε.
- Σ' έψαχνα, πατέρα, στο σπίτι. Πού ήσουνα; ρωτούσε χαμηλόφωνα ο γιος.

Μα η φωνή του ευτυχισμένου γεράκου είχε πνιγεί μεσ' στους λυγμούς του. Τα μάτια του, θολά απ' τα δάκρυα, αναζήτησαν τη θεϊκή μορφή στην εικόνα του τέμπλου.
- Θεέ μου, δεν πρόλαβα να 'ρθώ στο σπίτι σου, κι όλα τα βρήκα.

Τί όμορφα εκείνα τα Χριστούγεννα!

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Μια ιστορία σαν ένα παραμύθι, Η Παναγιά μας!


Γράφει η Θαλλέλαια Καραμολέγκου


Το χέρι της γυναίκας ακούμπησε απαλά τον ώμο του παιδιού που αναστέναζε. '' Πόσες σελίδες ιστορίας είναι ακόμα;'' Αναρωτήθηκε εκφράζοντας το βαθύ αναστεναγμό του. -''10'' απάντησε η γυναικεία φωνή. -''Δεν αντέχω άλλο, δε με νοιάζει, ποιά σημασία έχει τι έργο έκανε πριν τόσους αιώνες ο Αλέξιος Κομνηνός στην αυτοκρατορία;'' Είπε ανεβάζοντας άθελά του τον τόνο της φωνής του, ίσως για να επιδείξει μια κάποια υπεροχή. -''Έχει μεγάλη σημασία, προσπάθησε να τη διαβάσεις σα να ήταν παραμύθι με ήρωα, με συναισθήματα χαράς και λύπης, σαν ένα γεγονός που εξελίσσεται συνεχώς μέσα στο χρόνο. Θες για παράδειγμα να σου διηγηθώ ένα δικό μου παραμύθι;'' Του πρότεινε χαμογελώντας τόσο γλυκά που κανένας δε θα μπορούσε να της αντισταθεί. -''Εεε, ναι , λοιπόν άντε πες μου το να δω'' κι αγκάλιασε με την παλάμη του το πρόσωπό του ''ακούω'', φώναξε.

''Μια φορά κι έναν καιρό, πριν τον εντέκατο αιώνα σε κάποιο σημείο του πολυβασανισμένου, φλεγόμενου νησιού υπήρχε μια εκκλησία, μικρή έλεγαν. Μια μέρα , λοιπόν, καθώς ο ήλιος ξεπρόβαλε τα νώτα του, ένας χωρικός φώναζε δυνατά ''Μα σου το ξαναλέω δεν την πείραξα εγώ, δεν άλλαξα εγώ θέση στην εικόνα.'' -'' Α ναι; Και πώς βρίσκεται εδώ και 3 μέρες στο λόφο Μιχαλιγέρη; Δεν γνωρίζεις ούτε αυτό;'' -'' Μπα όχι σου λέω, κάθε πρωί την επιστρέφω στην εκκλησία και κάθε βράδυ φεύγει. Δεν έχω ιδέα.'' Αναφώνησε δυνατά χτυπώντας το χέρι του πάνω σε ένα ξύλο, παρατημένο σε κάτι χαλάσματα, ενώ το ύφος του ήταν πολύ σκεπτικό. -''Καλώς, αφού το θέτεις έτσι, θα το διαδώσουμε σε ολάκερο το χωριό μήπως βρεθεί μια οποιαδήποτε εξήγηση.''

'' Πρόκειται για θαύμα αγαπητοί μου. Η Θεοτόκος μας επιθυμεί να κτιστεί μια εκκλησία ακριβώς σε αυτό το σημείο που εσείς βρίσκετε την εικόνα της.'' Ανήγγειλε γοητευμένος ένας ακροατής σηκώνοντας λίγο τα ρούχα του για να αντικρίσει καλύτερα την κακοτράχαλη κατηφόρα που διέβαινε. -'' Θαύμα; Ένα θαύμα μάλιστα και πώς θα την οικοδομήσουμε χωρίς υλικά και χωρίς οικονομικούς πόρους;'' Μουρμούρισε σιγανά ένας από τους παρευρισκομένους. -''Μη φοβάστε θα επικοινωνήσουμε συντόμως με τον αυτοκράτορα'' αναφώνησε κάποιος άλλος οικονομικά εύρωστος, αναφερόμενος στον Αλέξιο Α' τον Κομνηνό. Πράγματι ο ηγέτης της τότε χαώδους αυτοκρατορίας μαζί με τη σύζυγό του χορήγησε 4 χιλιάδες βασιλικά δουκάτα και τους παραχώρησε κτήματα 1400 βασιλικών μουζουρίων για να τα κατέχει υπό την προστασία της η εκκλησία, ενώ οι χωριανοί προχώρησαν στην οικοδόμησή της, χρησιμοποιώντας πλούσια υλικά, όπως τις κολώνες που πιθανολογείται ότι μεταφέρθηκαν από την Αρχαία Θήρα. Το σχήμα της; Ωσάν την Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, βασιλική σταυροειδής εγγεγραμμένη με τρούλο. Ο αυτοκράτορας κατέγραψε την ίδρυσή της σε χρυσόβουλλο και το τότε χρονολόγιο σημείωνε το έτος, σύμφωνα με έγγραφο της επαρχίας του νησιού, 1115. Το όνομά της μεγαλειώδες « Παναγία η Επισκοπή» προϋπέθετε την σπουδαιότητα του ναού, καθώς επί αιώνες αποτελούσε την κύρια εκκλησία της Σαντορίνης.

Εν αρχή, ως χριστιανός ορθόδοξος ναός λειτουργούσε. Ώσπου το έτος 1207 οι δυτικοί κατέκτησαν την εκκλησία και τη μετέτρεψαν σε καθολική. Η μηχανή του χρόνου δούλευε τα γρανάζια της συνεχώς, καθώς οι δυτικοί λειτουργούσαν την εκκλησία με τους κανόνες της καθολικής εκκλησίας. Το 1537 οι Τούρκοι κατέλυσαν την φραγκοκρατία στο νησί και οι ορθόδοξοι διεκδίκησαν την κατοχή τους στο ναό. ''- Το βήμα τώρα θα το πάρουμε εμείς εσείς δεν έχετε πλέον δικαιοδοσία στο χώρο αυτό. '' έλεγε ο ορθόδοξος επίσκοπος Ιωακείμ στην αυλή της εκκλησίας προσπαθώντας να φανεί ευγενικός με το συνομιλητή του. ''- Εμείς διοικούμε εδώ και 330 ολόκληρα χρόνια κι έχουμε αποκτήσει δικαιώματα σε αυτόν το φημισμένο τόπο, στην Κυρά Επισκοπή. ''αντιπαρέβαλε την άποψή του ένας καθολικός εκπρόσωπος. '' -Ο ναός χτίστηκε ορθόδοξος'', ''- Ναι, αλλά λειτούργησε επί των πλείστων καθολικός''. Η διαμάχη τους ακουγόταν μέχρι και κάτω από το λόφο επί περίπου μισό αιώνα. Φήμες μάλιστα ισχυρίζονται πως αν κανείς περνούσε από το δρόμο εκείνο άκουγε συνεχώς δύο δυνατές φωνές να αντιπαλεύονται η μία την άλλη. Η διαφωνία τους αυτή ανάγκασε το 1612 τον επίσκοπο των καθολικών της Σαντορίνης Πέτρο Ντε Μάρκις να επισκεφθεί τον τότε Πατριάρχη Νεόφυτο Β'. Τα χέρια του ακούμπησαν απαλά το τραπέζι που χώριζε τους δύο συνομιλητές, η λατινική προφορά του διακρινόταν στο διάλογο και σε μία στιγμή καρφώνοντας με τα μάτια του τους οφθαλμούς του Πατριάρχη αναφώνησε «Ζητώ δεόμενος, εμπόνως, μερισθήναι εξ ίσου τα αφιερώμενα κτήματα της αυτής Επισκοπής δια το ειρηνικόν και ασκανδάλιστον και ατάραχον». Η συζήτηση αυτή αποτέλεσε την αφορμή για τη συνέχεια άλλων συζεύξεων με το ίδιο θέμα. Τελικά η πράξη του διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουνίου 1614 «καθώς θέλει ο Θεός και ορίζει ο πολυχρονισμένος μας βασιλεύς σουλτάνος και ο παναγιώτατος Πατριάρχης». Σε αντίθεση με την καθολική εκκλησία που ακόμα διαθέτει ανέπαφη την περιουσία της, τα 800 σημερινά στρέμματα που είχε στην κατοχή της η Ορθόδοξη εκκλησία, μοιράστηκαν όλα μέχρι το έτος 1902.

Το γεγονός αυτό βέβαια δεν καθησύχασε τους Καθολικούς, που εν τέλει επεδίωξαν τη συγκυριαρχία τους στο ναό. Οι λειτουργίες χωρίστηκαν δια αυτόν τον τρόπο ώστε τάχα ουδεμία από τις δύο τάξεις της εκκλησίας να μην εκφράσει παράπονα. Ποτέ , όμως, μια συλλειτουργία τέτοιου είδους δεν αποκαθιστά την τάξη και την αρμονία. Έριδες, διαπληκτισμοί και συγκρούσεις ήταν τα τρία βασικά στοιχεία που είχαν κατακλύσει το ναό για παραπάνω από 150 χρόνια. Και τα ρολόγια συνέχιζαν ανενόχλητα και αδιάκοπα να γυρνούν τους δείκτες τους, ενώ περισσότερες συμφωνίες έβγαιναν διαρκώς στο φως έτσι ώστε να πνίξουν τις συμπλοκές που είχαν δημιουργηθεί. '' Όχι, όχι μην το κάνεις, μηηηηη'' Η κραυγή του σκοτωμού εκείνου του κληρικού ήταν τόσο δυνατή εκείνο το βράδυ που τάχα ακούστηκε χιλιόμετρα μακριά. « Δεν είναι δυνατόν. Αυτό που γίνεται θεωρείται παράνομο. Τι σημαίνει να βρίσκονται στην ίδια εκκλησία; Δεν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα. Είναι αναγκαίο να βρεθεί λύση επειγόντως.» Έσφιξε το χέρι του σε μια γροθιά και το χτύπησε επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι. Η σκοτεινή φιγούρα του στο χαμηλό φως του δωματίου κοιτούσε τώρα προς το παράθυρο και το μάτι του χαζεύοντας τη θέα γούρλωσε κι εκείνος βγάζοντας μια βραχνή φωνή απευθύνθηκε στο βοηθό του «Γράψε» '' Αποφασίζεται αφορισμός κατά των Ορθοδόξων που επικοινωνούν με τους καθολικούς και επιτελούν μικτούς γάμους. Υπογραφή : πατριάρχης Κύριλλος Έτος: 1758''. Εννιά χρόνια μετά, στις 15 Αυγούστου 1767 η καθολική και η ορθόδοξη εκκλησία με εκπροσώπους εξέδωσαν κοινό πρωτόκολλο συμφωνίας. Ακουμπώντας το μελάνι της πένας επάνω στο χαρτί με σκοπό να βάλει την υπογραφή του, ο Αρχιεπίσκοπος Σαντορίνης Διονύσιος αναγίγνωσκε αθόρυβα. '' δια να λείψουν εις το εξής τα σκάνδαλα και ο αφανισμός αμφοτέρων των μερών απεφάσισαν να κάμουν οι Λατίνοι ένα παρεκκλήσι ηνωμένο με την παλαιά εκκλησία, όπου να κάμουν τη λειτουργία τους και από το παρεκκλήσι αυτό να έχουν μια πόρτα.''

''. δια να εισοδεύωνται χάριν προσκυνήσεως μέσα εις την παλαιάν εκκλησίαν όταν δε θελήσουν να απέλθουν εις το παρεκκλήσι τους για να εκτελέσουν τη λειτουργία τους, υποσχόμεθα και συνεφωνήσαμεν να μεταχειρίζωνται τας ιδίας καμπάνας της παλαιάς εκκλησίας''Ο κληρικός της «Κυρά Επισκοπής» άφησε το χαρτί στην άκρη του βωμού στην πρόσοψη της αυλής και σκούπισε με ένα πανί τα υγρά μάτια του, αναφωνώντας '' Αυτό ήταν, τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο.''

Ημερομηνία 9- 7- 1956 . Ώρα 5.30 περίπου τα ξημερώματα, ένας καταστροφικός σεισμός θα τρομοκρατούσε τον κοινό προσκυνηματικό ναό, όπως ορίστηκε το 1931, ο οποίος μετά από αυτό θα οδηγούταν σε αποκατάσταση των ζημιών, που θα διαρκούσε μέχρι το 1986.

« Κλείδωσες την εκκλησιά;» ρώτησε σκουπίζοντας τα τελευταία εναπομείναντα φύλλα της αυλής της. «Ναι, μη φοβάσαι όλα είναι εντάξει, πήγαινε να ξεκουραστείς.» Η νύχτα ήταν τόσο βαριά που το πέπλο της σκέπαζε με ευκολία το διάφανο κουτί που προστάτευε το ναό. Η γυναίκα γύρισε το βλέμμα της στο ημερολόγιο. Εκείνο σημείωνε Τετάρτη 2 Ιουνίου 1982. Είκοσι έξι εικόνες εκλάπησαν εκείνο το βράδυ. Χάθηκαν σαν τον άνεμο σε μία μόνο νύχτα και το επόμενο πρωινό ένα ολόκληρο χωριό επιστρατεύτηκε για να τις εντοπίσει. Μάταια. Καμία δεν βρήκε και μέχρι τη σημερινή ημερομηνία που στα αναφέρω, χαμένες βρίσκονται σε ξένο τόπο, εξορισμένες αναπολώντας το δικό τους σπιτικό. Να επιστέψουν πια; Πράγμα εφικτό ή ανέφικτο; Ποιος άραγε να ξέρει.

Μα κι αν πολύ περιληπτικά σου ανέφερα ετούτη εδώ την ιστορία, όπου γεγονότα συνέβησαν πολλά, ένα έθιμο κρατά την ιστορία της αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο. Ένα έθιμο που κάθε φορά που την ίδια ημέρα θα φανερώσει το ημερολόγιο -14 Αυγούστου- θα ζωντανέψει κι υπόσταση τρανή θα αποκτήσει και το κύριο θα γίνει στο νησί εκείνο το βράδυ. Τη μαγεία της ιστορίας του ναού εκείνου φανερώνει και μεταδίδει τη λαμπρότητα εκείνου, σ' αυτούς που το θάρρος παίρνουν να το αντικρίσουν. Τι λες θέλεις να το τιμήσουμε φέτος;

-«Μα καλά όμως μαμά αυτό δεν είναι παραμύθι, είναι ολόκληρη ιστορία αιώνων.» -«Χμ, λες; Και σε τι διαφέρει το παραμύθι από την ιστορία;» -«Το παραμύθι έχει όντα και πράγματα που δεν υπάρχουν και δε γίνονται.» -«Ναι, αλλά και τα δύο έχουν πολλά διδάγματα να δώσουν στους αναγνώστες ,όπως αυτή εδώ η ιστορία για σκέψου.. Έτσι θεωρώ, λοιπόν, σωστό να διαβάζουμε ιστορία, βγάζοντας από μέσα τα διδάγματα που έχουν. Αυτό το νόημά της.» Είπε και του έγνεψε ενθαρρυντικά να συνεχίσει το διάβασμα. Εκείνο κοιτούσε τώρα όλο και πιο πολύ στο βιβλίο μέχρι που χάθηκε στα γεγονότα και θαρρείς άκουγε τις συζητήσεις που γίνονταν τότε, λόγια αναλλοίωτα, μοναδικά μέσα στο χρόνο, τα πρόσωπα ζωντάνευαν τώρα μπροστά του. Και όλα αυτά χάρη σε ένα βιβλίο.

πηγή:Σαντορινιός

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

"Έλληνες, να είστε υπερήφανοι που μιλάτε την Ελληνική γλώσσα"




Παλαιότερα επικρατούσε η θεωρία ότι οι αρχαίοι Έλληνες παρέλαβαν το αλφάβητο από τους Φοίνικες, οι οποίοι κατοικούσαν στις ακτές της Συρίας - Παλαιστίνης. Ενώ συνέβη το αντίθετο: Οι Φοίνικες παρέλαβαν τη γραφή από τους Κρήτες αποίκους, οι οποίοι κατά τον 13ον π.Χ. αιώνα αποίκησαν τις ακτές της Παλαιστίνης ως Φιλισταίοι, όπως μας είναι γνωστοί, από την Παλαιά Διαθήκη. Ο Άρθουρ Έβανς, Άγγλος αρχαιολόγος υποστηρίζει: «Η Γραφή της Κρήτης είναι η μήτηρ της Φοινικικής γραφής».



Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τον Ιούνιο του 1952 ο Άγγλος αρχιτέκτονας, ο Μάικλ Βέντρις ανακοίνωσε δημόσια ότι μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει μια άγνωστη μέχρι τότε γραφή, την Κρητικομυκηναϊκή γραμμική γραφή τύπου Β´, στην οποία βρίσκονται γραμμένες πολλές πινακίδες από την Κρήτη, τις Μυκήνες, την Πύλο κ.ά. και, το κυριότερο, ότι η γλώσσα των πινακίδων αυτών είναι η Ελληνική.



Η σπουδαιότητα της ανακοίνωσης του Βέντρις για την επιστήμη γενικότερα (που έλυνε, επιτέλους, το μυστήριο, το μυστήριο των πινακίδων της γραμμικής γραφής Β'), αλλά ιδίως για τον ελληνικό πολιτισμό, που η γραπτή του παράδοση μεταφερόταν επτά περίπου αιώνες νωρίτερα (από τον 8ο αιώνα π.Χ. στον 15ον), ήταν ανυπολόγιστης σημασίας. Άλλαζαν, άρδην τα δεδομένα της ιστορίας μας, αφού αυτή εξαρτάται και προσδιορίζεται χρονικώς, κατά κύριο λόγο, από τις γραπτές μαρτυρίες.


Είχε προηγηθεί η έρευνα του Άγγλου αρχαιολόγου Έβανς, ο οποίος έκαμε ανασκαφές στην Κρήτη. Είχε παρατηρήσει ότι από τους κατασπαρμένους στα διάφορα μουσεία της Ευρώπης σφραγιδόλιθους, εκείνοι που η προέλευσή τους ήταν γνωστή προέρχονταν από την Κρήτη. Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι κοιτίδα της γραφής αυτής ήταν η Κρήτη. Γι' αυτό το 1893 άρχισε τις έρευνες στην Κρήτη.


Ευθύς εξ αρχής ο Έβανς υποστήριξε ότι τα συλλαβογράμματα της γραμμικής γραφής Β' δεν εκφράζουν γλώσσα ανατολικής προελεύσεως (όπως επιστεύετο πριν από την αποκρυπτογράφηση), αλλά μόνο ελληνικά. Ο Έβανς ακόμη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, βασιζόμενος σε παρατηρήσεις του επί της εξελίξεως των διαφόρων συλλαβογραμμάτων, ότι οι Φοίνικες παρέλαβαν τη γραφή από Κρήτες αποίκους, οι οποίοι μετά τον 13ον π.Χ. αιώνα αποίκησαν τις ακτές της Παλαιστίνης ως Φιλισταίοι. Έτσι, ο Έβανς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: Η Γραφή της Κρήτης είναι η μήτηρ της Φοινικικής γραφής!..


Περίπου την ίδια εποχή ο Ρενέ Ντυσσώ διετύπωσε ανάλογη άποψη:
«Οι Φοίνικες είχον παραλάβει πρωιμότατα το αλφάβητόν των παρά των Ελλήνων, οίτινες είχον διαμορφώσει τούτο εκ της Κρητομυκηναϊκής γραφής». Η διαφορά είναι ότι το φοινικικό σύστημα γραφής παρέμεινε συλλαβάριο, όπως ακριβώς το παρέλαβαν από τους Έλληνες, ενώ η ελληνική φυσιολογική εξέλιξη κατέληξε στο σημερινό γνωστό αλφαβητικό σύστημα γραφής, το πρώτο δηλαδή αλφαβητάριο στον κόσμο.


Αυτήν την γραφή Β' επέτυχε να αποκρυπτο­γραφήσει το 1952 ο Άγγλος αρχιτέκτονας Ventris με την συνεργασία του μεγάλου Ελληνιστή Τσάντγουικ, ο οποίος έχει γράψει σχετικά: «Όλοι οι Έλληνες πρέπει να σέβονται το κομμάτι αυτό του μαυρισμένου πηλού, γιατί αυτό κατ' εξοχήν έπεισε τον κόσμο ότι οι δημιουργήσαντες τον μυκηναϊκόν πολιτισμό ήσαν Έλληνες. Η γλώσσα που μιλούσαν 1.700 χρόνια πριν να γεννηθεί ο Χριστός, είναι με μερικές διαφορές η ίδια γλώσσα με την ελληνική που μιλιέται σήμερα. Και υπάρχουν ακόμη πολλά που δεν τα ξέρουμε για τις απαρχές της ελληνικής γλώσσας.».


Ο Μάικλ Βέντρις, που πέτυχε την αποκρυπτογράφηση, ήταν χαρισματικό πνεύμα. Μπορούσε να μαθαίνει εύκολα ξένες γλώσσες, είχε μια σπάνια συνδυαστική φαντασία, ήταν ικανός να ξεχωρίζει τις κανονικότητες μέσα στην ποικιλία και γενικά, όπως γράφει ένας συνεργάτης του, «είχε τη δύναμη να διακρίνει την τάξη μέσα στο φαινομενικό χάος, το χάρισμα δηλαδή που χαρακτηρίζει το έργο όλων των μεγάλων ανδρών». Γι' αυτό και επέτυχε να λύσει ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα. Έτσι, έλυσε τη μεγάλη απορία χιλιάδων μελετητών της ελληνικής ιστορίας, τους οποίους απασχολούσε το ερώτημα: «Πώς συμβαίνει οι Έλληνες με τόσο υψηλό επίπεδο πολιτισμού να πάρουν το αλφαβητάριο από τους Φοίνικες;..». Ο θάνατός του το 1956, σε ηλικία 34 ετών σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, άφησε πολλά ερωτήματα, τα οποία παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα.


Χάρη στον Βέντρις αποδείχτηκε ότι η ελληνική, η αρχαιότερη γλώσσα απ' όσες ομιλούνται και γράφονται σήμερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι εντυπωσιακά αρχαιότερη από όσο εθεωρείτο στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα ελληνικά και πρωτοελληνικά φύλα διέθεταν διάφορα συστήματα γραφής. Αυτό έγινε γνωστό από τις πήλινες πινακίδες που τα «αρχεία» της ελληνικής γης διαφύλαξαν επί χιλιετίες και ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, «γράμμα λίθων γαίας παναληθέος».


Τα γραπτά αυτά μνημεία παρουσιάζουν κανονική εξέλιξη: Πρώιμο εικονογραφικό στάδιο (ιερογλυφικό), συλλαβογραφικό, τέλος φθογγογραφικό. Δύο από αυτά τα συστήματα, το Κυπριακό συλλαβογραφικό και η Γραμμική γραφή Β', έχουν ήδη αποκρυπτογραφηθεί και εκφράζουν ολοκάθαρα την ελληνική γλώσσα με αδιάσπαστη ενότητα μέχρι σήμερα.


Ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και μεγάλος Ελληνιστής G. Murray γράφει: «Η ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα. Μια σκέψη μπορεί να διατυπωθεί με άνεση και χάρη στην Ελληνική, ενώ γίνεται δύσκολη και βαρειά στη Λατινική, Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική κ.λπ.. Η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα, επειδή εκφράζει τις σκέψεις τελειοτέρων ανθρώπων».


Οι Ευρωπαίοι ειδικοί περί τα γλωσσικά στο σύνολό τους υποστηρίζουν ότι «η αρχαία ελληνική γλώσσα έχει υψηλή μορφοποιητική ικανότητα, που διαμορφώνει τη σκέψη και κάνει τους μαθητές που γνωρίζουν αρχαία ελληνικά, να διαπρέπουν στις θετικές επιστήμες».


Στην Ελλάδα, όμως, πανεπιστημιακός καθηγητής επιθυμεί διακαώς την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. Και υπάρχουν, δυστυχώς, ουκ ολίγοι ομονοούντες.


Ο Γερμανός φυσικός επιστήμων Μax Von Laye (Βραβείο Νόμπελ Φυσικής) γράφει: «Οφείλω χάριτας στη Θεία Πρόνοια, διότι ευδόκησε να διδαχθώ τα αρχαία Ελληνικά, που με βοήθησαν να διεισδύσω βαθύτερα στο νόημα των θετικών επιστημών». Τη δήλωση αυτή την έκαμε, όταν διαπίστωσε ότι η ελληνική γλώσσα είναι μια τέλεια μαθηματική δημιουργία, διαπίστωσε τη μαθηματική δομή της.


Εμείς συνεχίζουμε την «απλοποίησή» της μέχρι να την κάνουμε αγνώριστη. Σ' αυτό απαντά ο Γάλλος καθηγητής Masse Roger λέγοντας: «Κάθε απλοποίηση στη γλώσσα είναι απλά ένα χάσιμο σκέψεως».


Αλλά, είναι διδακτικότατη η προτροπή του Προέδρου της Διεθνούς Ακαδημίας προς διάδοση του Πολιτισμού Φραγκίσκου Λιγκόρα, ο οποίος τον Μάρτιο του 1997 έκαμε την παρακάτω δήλωση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο:

«Έλληνες, να είστε υπερήφανοι που μιλάτε την Ελληνική γλώσσα ζωντανή και μητέρα όλων των άλλων γλωσσών. Μη την παραμελείτε, αφού αυτή είναι ένα από τα λίγα αγαθά που μας έχουν απομείνει και ταυτόχρονα το διαβατήριό σας για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ζωντανέψτε τους αρχαίους σας συγγραφείς, κάνετε γνωστόν το συλλογισμό τους.».


Αθανάσιος Δέμος

πηγή:
Θαλασσινή

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

ΕΝΑ ΔΩΡΟ ΓΙΑ ΕΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥΣ ΣΑΣ

Η μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων όλο και πλησιάζει. Μέσα στο κλίμα των ημερών πολλά βιβλία θα μας κλείσουν το μάτι, θα μας καλέσουν να χαθούμε στις σελίδες τους και να νιώσουμε καλύτερα το πνεύμα της μεγάλης εορτής. Οι εκδόσεις Αρμός, γνωστές για το μεράκι και το σεβασμό προς τα κλασικά κείμενα των μεγάλων της Νεοελληνικής Πεζογραφίας, εξέδωσαν δύο καλαίσθητους τόμους με διηγήματα των Παπαδιαμάντη, Κόντογλου, Μωραϊτίδη και Καρκαβίτσα, αφού πρώτα κάλεσαν τον μεγάλο αγιογράφο Γιώργο Κόρδη να αποτυπώσει στον καμβά σκηνές από αυτά τα διηγήματα. Το αποτέλεσμα ήταν αυτοί οι πρώτοι 2 τόμοι για να ακολουθήσουν στην ίδια σειρά και τα διηγήματα της Αγάπης, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη!


Τα διηγήματα του πρώτου (πράσινου) τόμου είναι:
Θείον όραμα, του Ανδρέα Καρκαβίτσα
Παραμονή Χριστούγεννα, του Φώτη Κόντογλου
Ο αναποδιασμένος, του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη
Χριστούγεννα στη σπηλιά, του Φώτη Κόντογλου
Βαρυχειμωνιά, του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη
Ο χαραμάδος, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Γιάννης, ο Βλογημένος, του Φώτη Κόντογλου

Τα διηγήματα του δεύτερου (μωβ) τόμου είναι:
Η Σταχομαζώχτρα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Στο Χριστό στο Κάστρο, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ο Αμερικάνος, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Υπηρέτρα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Φώτα Ολόφωτα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




Εξώφυλλο: σκληρό εξώφυλλο, με ένα επιπλέον μαλακό σαν κάλυμμα προστασίας. ζεστά χρώματα τόσο στον ένα τόμο όπου ανθολογούνται τα κείμενα των τεσσάρων όσο και στον άλλο, τον αφιερωμένο αποκλειστικά στον "άγιο των γραμμάτων" μας, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Τίτλος: Καθαρά πληροφοριακός, όπως συνηθίζεται σε ανθολογίες κλασικών έργων.

βιβλίο, κείμενο και αντικείμενο: Οι εκδόσεις Αρμός είναι γνωστές στους δεινούς αναγνώστες της ποίησης, φιλοσοφίας, της μεταφρασμένης ρωσικής λογοτεχνίας και τα τελευταία χρόνια στους λάτρεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Στις όμορφες, στιλπνές, στο χρώμα της βανίλιας, σελίδες ο αναγνώστης συναντά πολυτονισμένο κείμενο, πλαισιωμένο από απλό κάδρο στο χρώμα του σάπιου μήλου. Κάθε διήγημα συνοδεύεται από διάκοσμο και χειρόγραφο τίτλο. Τα αρχιγράμματα καλύπτουν τις τέσσερις γραμμές της αρχής κάθε διηγήματος και προσδίδουν μια διάσταση περισσότερο κοντινή προς τα μοτίβα που επιτάσσει η λαογραφία και ο παλαιότερος τρόπος με τον οποίο διακοσμούνταν τα βιβλία. Οι εικόνες του Κόρδη είναι περισσότερο από υπέροχες, μεταφέρουν αβίαστα όλη την ευωδιά της καθ' ημάς Ανατολής και μας υπενθυμίζουν το πραγματικό νόημα της εορτής που απέχει παρασάγγες από όλα εκείνα τα ξενόφερτα έθιμα, τον ευτραφή "άγιο Βασίλη" των Βορειοευρωπαίων ,και τη διασκέδαση τύπου Mac Donalds..

τιμή: 4 :o) 15.00 ευρώ έκαστος (όμως με την έκπτωση 10% στα μεγάλα βιβλιοπωλεία πέφτει στα 13.50). σελίδες 107

Βιογραφικό του Γιώργου Κόρδη
Γεννήθηκε στην Μακρυρράχη Φθιώτιδας το 1956 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παράλληλα σπούδασε την τέχνη της βυζαντινής εικονογραφίας κοντά στον Κύπριο αγιογράφο π. Συμεών Συμεού. Συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης (Master of Theology) και παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικών τεχνικών στην Σχολή Καλών Τεχνών του Μουσείου της Βοστώνης (1987-89). Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισε τις σπουδές του στην ζωγραφική και την χαρακτική (engraving) με δάσκαλο τον Φώτη Μαστιχιάδη. Ειδικεύτηκε στην θεολογία και αισθητική της βυζαντινής ζωγραφικής. Από το 1991 είναι διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 2003 είναι Λέκτορας της ίδιας Σχολής.

Ζωγραφικά επιχειρεί να δημιουργήσει στα πλαίσια βυζαντινής εικαστικής παράδοσης. Έτσι, ακολουθώντας το παράδειγμα της κοσμικής τέχνης των βυζαντινών, ζωγραφίζει με ανάλογο τρόπο συνδυάζοντας τα διδάγματα των βυζαντινών με τις κατακτήσεις της σύγχρονης δυτικής ζωγραφικής. Τη ζωγραφική και χαρακτική δουλειά του έχει δείξει σε περισσότερες από 21 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις. Έργα του βρίσκονται σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές.

Ως εικονογράφος-αγιογράφος επιδιώκει να έχει δημιουργική σχέση με τον πλούτο τής βυζαντινής παραδόσεως κι όχι απλώς να αντιγράφει παλαιά πρότυπα. Προς την κατεύθυνση αυτή μάλιστα και προκειμένου να αποφύγει την παραχάραξη της παραδόσεως, μελέτησε παλαιά πρότυπα και σπούδασε τον τρόπο σχεδιασμού και χρωματικής ανάπτυξης των βυζαντινών. Τα συμπεράσματά του υπάρχουν σε βιβλία του που κυκλοφορούν στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
Έχει ζωγραφίσει πολλές φορητές εικόνες, και τοιχογράφησε σε εκκλησίες και ιερούς χώρους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχουν:


•Μονή Δοχειαρίου στο Άγιον Όρος,
•Μονή Αγίων Αναργύρων Πάρνωνος Λακωνίας,
•Μονή Αναλήψεως στην Βοιωτία,
•Μονή Μητρός Ηγαπημένου στην Βοιωτία,
•Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Σουρωτή,
•Μονή Παναγίας Θεοσκέπαστης στον Σοχό του Λαγκαδά,
•Άγιος Γεώργιος, Μητροπολιτικός ναός Ελληνορθοδόξων Βηρυτού στον Λίβανο,
•Ναός Ευαγγελισμού στην Βηρυτό Λιβάνου,
•Παρεκκλήσιο Αγίου Νεκταρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο.



η αρχή του διηγήματος του καρκαβίτσα
"Θείον όραμα"






από το διήγημα του Κόντογλου"
"Παραμονή Χριστούγεννα"






από το διήγημα του Παπαδιαμάντη
"Υπηρέτρα"






από το διήγημα του Μωραϊτίδη
"Βαρυχειμωνιά"







Τα φετινά Χριστούγεννα κάντε ένα δώρο ποιότητας σε σας και σε αυτούς που αγαπάτε!










πηγή:http://tera-amou.pblogs.gr/


Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πρώτα γράμματα



Το πρώτο του τετράδιο αντιγραφής, του τό ΄ντυσε ο μπαμπάς με τη μπλε σκούρα κόλλα, έτσι λέγαν εκείνο το σαν ψιλό χασαπόχαρτο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα τετράδια. Κρύφτηκε το κροκί εξώφυλλο, πάει και η κακοτυπωμένη φωτογραφία -τη Ρόδο έδειχνε νομίζω-, χάθηκαν κάτω απ’ το ομοιόμορφο σκούρο μπλε της συννεφιασμένης θάλασσας όλα τα τετράδια, μαζί και το Αναγνωστικό. Η μυρωδιά μόνο έμεινε, αχ αυτή η μυρωδιά της μελάνης και του γεμάτου χημικά χαρτιού! Χρόνια μετά, την ξαναμύρισε στα τυπογραφεία πίσω από τη Ζωοδόχου Πηγής, σε κάτι στενά προς τα Εξάρχεια, όταν έβγαζε με τη παρέα του κάτι χειροποίητα περιοδικά. Ζωοδόχος Πηγή η μυρωδιά!

Γράμματα ήξερε πριν πάει σχολείο. Του τα είχε μάθει ο μπαμπάς ο απόφοιτος μετ' επαίνων του Δημοτικού, ο μπαμπάς που έβοσκε γελάδια και δεν σπούδασε γιατί η οικογένεια είχε ανάγκη. Διάβαζε και έγραφε, ο μικρός! Και με τι χαρά, άρχισε την αντιγραφή και ζωγράφιζε στο λευκό κουτί που άφηνε το πάνω μισό της σελίδας! Με σταθερές γραμμές το σχέδιο, τα χρώματα πάντα μέσα στο περίγραμμα και από κάτω οι λέξεις επαναλαμβανόμενες με γράμματα ισοϋψή, στρογγυλά, χωρίς μουτζούρες. Μια, δυό, τρείς, γάτα η κοντή δασκάλα, έπαψε να του βάζει άριστα, εννιάρια μόνο, κι’ αυτά με ερωτηματικό, τη στιγμή που με χαμόγελο σίγουρου χωροφύλακα, κάθε πρωί την ώρα της υπογραφής ρώταγε:

- Ποιός το ζωγράφησε;

- Εγώ, κυρία!

- Ποιος στο έγραψε;

- Εγώ, κυρία!

Το εννιά το έφτιαχνε μεγάλο, κάλυπτε όλη τη γραφή, «άλλη φορά να τα κάνεις μόνος σου» απήγγειλε γαμψά και φωναχτά μαζί, αναχωρώντας για το επόμενο θρανίο. Κάθε μέρα ο ίδιος διάλογος. Και η ίδια η δασκάλα απορούσε με τον εαυτό της, πώς κατάφερνε να μην οργιστεί με την επιμονή του μικρού στην απάτη! Κι ο μικρός απορούσε πάλι, πώς κατάφερνε να μη κλάψει με τα άδικα σκατά που τον έλουζε η κυρία! Που έβλεπε το τετράδιο της Κικής που ο πατέρας της είχε μπακάλικο και πολλές ελιές (ελές τις έλεγε η ίδια), να γεμίζει με «άριστα δέκα» ολογράφως, και ζήτημα είναι αν η Κική είχε γράψει ένα γράμμα με το χεράκι της μόνο του, χωρίς να της το κρατάει η μαμά!

Καλόβολος ήταν, χαζός δεν ήταν, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και πριν έρθουν οι γιορτές αφόπλισε τη δασκάλα. Άρχισε να ζωγραφίζει πιο λιτά και στα γρήγορα, χωρίς πολλά χρώματα αλλά η ρημάδα η γραφή συνέχιζε να είναι ίδια. Κι εκεί όμως βρήκε λύση: Έγραφε και στη συνέχεια έσβηνε και ξανάγραφε, και να οι μουτζούρες και να τα «άριστα δέκα» από την ικανοποιημένη πια κυρία. Και πώς έσβηνε; Η πρώτη γόμα είχε τελειώσει ή την έχασε, δεν θυμάται, δεύτερη δεν γινόταν να αγοράσει, οπότε χρησιμοποίησε τη γόμα του φτωχού: τη ψίχα του ψωμιού, ζουληγμένη σε βώλο. Το ξερό καρβέλι έσβηνε καλύτερα. Το φρέσκο όμως έκανε πιο ωραίο βώλο, μαλακό που δεν τριβόταν και έτσι το σβήσιμο φαινόταν μεγαλύτερο και είχε μια παστέλ εμφανή απόχρωση, ιδανική για τον σκοπό του. Κατάφερε με τις μουτζούρες και τις μουτζουρίτσες να γίνει πιστευτή η δική του προσπάθεια και να επιβραβεύεται για το έλασσον. Γλύτωσε την επιτίμηση, κέρδισε και το «άριστα».

Κάποια στιγμή, στη Δευτέρα πια, η κυρία τους έδειξε δυο χαρτονένιες ζωγραφιές, στη μια ένας λευκός κύκνος και στην άλλη μια χρωματιστή πάπια. Τι το ΄θελε να απαντήσει πρώτος, ζαλισμένος απ’ τα γυαλιστερά πράσινα και μωβ φτερά, ότι πιο όμορφο πουλί είναι η πάπια! Για δευτερόλεπτα η κυρία έχασε τη φωνή της, τα γυάλινα μικρά της μάτια μεγάλωσαν και έγιναν ίσαμε με το μικρό της στόμα, αυτό το σουφρωμένο στόμα που ξέσπασε σε ένα ανατριχιαστικό γέλιο! Πρώτη και τελευταία φορά που είδε αυτή τη γυναίκα να γελάει, στα τρία χρόνια που τον δίδαξε! Καλύτερα όμως να μην την είχε δει έτσι! Καλύτερα να μην ήξερε την προπαίδεια, καλύτερα να έγραφε το «και» με έψιλον, καλύτερα οτιδήποτε, οποιοδήποτε λάθος θα ήταν προτιμότερο εκείνη τη στιγμή! Ακούς εκεί, η πάπια ομορφότερη απ’ τον κύκνο! Το γέλιο της ασταμάτητο. Η ειρωνεία της στον καλύτερο μαθητή, μπροστά στα παιδιά τριών τάξεων, ξέσπασμα σαν να περίμενε χρόνια τη στιγμή που θα της έλεγε ότι η πάπια είναι ομορφότερη απ’ τον κύκνο! Και οι μαθητές τριών τάξεων να γελάνε δυνατά πίσω απ’ την πλάτη του, καθόταν βλέπεις στο πρώτο θρανίο, κι ανάθεμα αν κάποιος απ’ όλους θα απαντούσε κάτι διαφορετικό, για ένα πουλί άγνωστο, που δεν είχε χρώματα και είχε ένα μεγάλο στραβό λαιμό σαν του Νασ’ Νταραμάρα!

Περασμένα-ξεχασμένα! Τα χρόνια θέλοντας και μη, στεγνά ή βρεγμένα πέρασαν και προσπέρασαν τον μικρό που πορεύτηκε όπως κατάλαβε και όπως τον δίδαξαν. Γιατί, είπαμε, τα έπαιρνε τα γράμματα, έπαιρνε κι από συμβουλές. Μόνο που σαν μεγάλωσε, οι συμβουλές άλλαξαν. Του έλεγαν, για να προκόψει να είναι καθαρός απ’ έξω κι από μέσα, αλλά έβλεπε ότι πρόκοβε πάλι όποιος έκανε μουτζούρες! Του έλεγαν ότι η ζωή είναι όμορφη, αλλά τα χρώματα τα έβλεπε πάλι μόνο στις αφορισμένες πάπιες και οι κύκνοι συνέχιζαν να ζούνε κάπου αλλού! Κάποιες φορές στο όνειρό του τα μπέρδευε και έβλεπε ένα κύκνο με μουτζούρες στα φτερά, μια πάπια ολόασπρη, τον κύκνο πάλι να γελάει ειρωνικά ή την δασκάλα σαν πάπια στις γεμάτες σφήκες λάσπες του χωριού.

Περασμένα-ξεχασμένα! Μόνο που τελευταία, το όνειρο το βλέπει στο ξύπνιο του!...


πηγή: www.tsamatis.blogspot.com

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Τα εικαστικά του Γιάννη Ρίτσου


Πρωτότυπα έργα από τη συλλογή τουΜουσείοΜπενάκηΔΗΜΗΤΡΙΑ24/9/2009

Αφιέρωμα στον εικαστικό Γιάννη Ρίτσο (1909-1990) για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Ο ποιητής με τις αναρίθμητες ποιητικές συλλογές, τα πεζογραφήματα, τα θεατρικά έργα, τις μεταφράσεις, όταν δεν έγραφε ζωγράφιζε.

Ζωγράφιζε γιατί θεωρούσε αυτή την ενασχόληση έναν άλλο τρόπο άσκησης της ποίησης, άλλωστε στις σχεδιαστικές του αποτυπώσεις ενυπάρχουν όλες οι όψεις της ποιητικής του διάστασης.

«Ζωγράφιζα από μικρό παιδί» εξομολογείται ο ίδιος «τα σχολικά μου τετράδια ήταν γεμάτα από εικόνες με ζώα, δέντρα, φυτά και κάθε λογής ομορφιές της φύσης».

«Τη ζωγραφική πάνω στις πέτρες την ξεκίνησα εξόριστος στην Γυάρο, όπου δεν είχα άλλα μέσα ζωγραφικής, επηρεασμένος από την Βάσω Κατράκη που την έβλεπα να ζωγραφίζει πάνω σε χαλίκια».

Με αυτόν τον τρόπο οι πέτρες, τα βότσαλα, οι ρίζες των καλαμιών, τα τσιγαρόκουτα, τα ευτελή και απρόβλεπτα αυτά υλικά έγιναν ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Ρίτσος γέμιζε τις βασανιστικές και απελπισμένες ώρες του στα βουβά χρόνια της εξορίας.

Πρώτα στη Γυάρο και μετά στο Παρθένι της Λέρου συνέχισε να δουλεύει με λέξεις και χρώματα, να αποτυπώνει με ζωγραφική ευχέρεια ανθρώπινες μορφές που παλεύουν με την αγριότητα του κόσμου που προσδοκούν με την ομορφιά του έρωτα

.Ενοιωθε την ανάγκη να αντιπαραθέτει στους πόνους και τις αδικίες της εξορίας την ομορφιά της ζωής και την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ετσι, δημιούργησε ένα πανόραμα αγοριών και κοριτσιών με ελληνικές κατατομές,εμπνευσμένο από την αρχαία αγγειογραφία, αναζητώντας με τις ζωγραφιές του ένα κόσμο αιώνιας νιότης.

Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά «η ελληνική τέχνη είναι ανθρωποκεντρική με κύριο ιδεώδες της το κάλλος». Δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει μέχρι το τέλος της ζωής του. Κραγιόνια και ακουαρέλλες τον συνόδευαν παντού. Στο σπίτι του στη Σάμο ζωγράφισε πολλά τοπία και πορτραίτα. Κάθε στιγμή της ζωής του ήταν στιγμή δημιουργίας. Οι ρίζες από τα καλάμια που ξέθαβε ο δυνατός άνεμος τον χειμώνα και που έβρισκε στις έρημες παραλίες του Καλάμου, μεταμορφώνονταν σε πρωτότυπα έργα τέχνης στα χέρια του.Οι ρίζες πρωτόγονες και ολόγυμνες ήταν το πιο κατάλληλο μέσο για να αποτυπώσει την αγωνία, το τραγικό του βίωμα και τις μαρτυρικές φυσιογνωμίες από τα πάθη του λαού.

Στο έργο του Γιάννη Ρίτσου η εκφραστική ανάγκη επικεντρώνεται ισότιμα στην εικαστική παραγωγή και την ποιητική κατάθεση. Σπάνια περίπτωση ανθρώπου και ταλέντου όπου οι δημιουργίες του, η ποίηση και η ζωγραφική, είναι δημιουργίες γεμάτες χρώματα, αισθήσεις βαθιές και διαπεραστικές. Διαδικασίες όπου η μία συμπληρώνει την άλλη και αν δεν είναι ισότιμη η μία ωστόσο φωτίζει τις αναζητήσεις της άλλης.

http://www.zougla.gr


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ΦΤΩΧΟΣ ΑΓΙΟΣ

ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ
Α΄
Όταν ήμεθα παιδία, μη έχοντες τι να κάμωμεν, διότι το χωρίον μας δεν είχεν άφθονα τα μέσα της ψυχαγωγίας, συνωδεύομεν πολλάκις τας μητέρας και τας θείας μας εις εκδρομάς ανά τους αγρούς και τους ελαιώνας, ή διημερεύομεν εις γραφικούς όρμους παρά τους αμμώδεις και ασπίλους αιγιαλούς, απλώς και μόνον διά να παρενοχλώμεν και χασομερούμεν με τας αταξίας μας τας φιλεργούς γυναίκας, τας ασχολουμένας εις το λεύκασμα των οθονών.
Εάν γειτόνισσά τις είχε τάξιμο ν’ ανάψει τα κανδήλια του δείνος αγροτικού αγίου, χάριν του ξενιτεύοντος και θαλασσοπορούντος συζύγου της, εάν αγαθός ιερεύς μετέβαινε να λειτουργήσει εις εξωκκλήσιον, διεφεύγομεν την επίβλεψιν των γονέων μας και ετρέχομεν εθελονταί κατόπιν των ευλαβών προσκυνητριών, αίτινες εξεπλήττοντο αι ίδιαι ανακαλύπτουσαι ημάς συνοδοιπόρους, χωρίς άλλο εφόδιον ειμή ολίγον άρτον, ον είχομεν κλέψει από το ερμάριον της πατρώας οικίας.
Η εξοχωτέρα των εκδρομών τούτων ήτο εις το Κάστρο, την παλαιάν πόλιν της νήσου, ερημωθείσαν το 1821.
Το Κάστρο τούτο ήτο αληθής φωλεά γλάρου, βράχος εξέχων υπέρ τας εκατόν οργυιάς υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης και διά στενού λαιμού συνδεόμενος με την ξηράν, μεθ’ ης συγκοινωνεί διά κινητής ξυλίνης γεφύρας.
Γράφω απλώς τας αναμνήσεις και εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου, δεν λέγω δε υπερβολήν βεβαιών ότι το μέρος εκείνο ήτο μία των αγριωτέρων τοποθεσιών, όσαι απαντώνται εις τα ευκραή κλίματα και τας μειδιώσας ημών παραλίας.
Η σημερινή κώμη, όπου συνωκίσθησαν μετ’ άλλων αποίκων οι συμπατριώται μου, κείται εις ευλίμενον μεσημβρινόν τοπίον. Το παλαιόν Κάστρο ήτο κατά την βορειοτάτην εσχατιάν, εις άβατον και απρόσιτον μέρος, και δύο επιπροσθούντα αυτού νησίδια, βράχοι επίσης χθαμαλώτεροι του πρώτου, ουδόλως ίσχυον να το σκεπάσουν από του ανέμου. Επί των νησιδίων εκείνων, ουδέ δράκα χώματος εχόντων, εφύετο παραδόξως είδος αγρίας κράμβης, υπόπικρον αλλ’ ευχυμότατον έδεσμα, και πολλοί πολλάκις εκινδύνευον την ζωήν των αγωνιζόμενοι να το συλλέξωσιν επί του απορρώγος βράχου· τρομερόν επάγγελμα, ως λέγει ο Άγγλος τραγικός.
Τόσον κραταιός έπνεεν ο βορράς εις το μέρος εκείνο, ώστε τα δένδρα μαστιζόμενα εκάμπτοντο και καθίσταντο ραχιτικά υπό την πνοήν του, μόνον δέ τινες ερπυστικοί θάμνοι, προσφυόμενοι εις τας πτυχάς του εδάφους, εύρισκον οικτρόν άσυλον.
Εκείνο, όπερ δυσκολευόμενος να νοήσει σήμερον ο επισκέπτης, ίσταται απορών, είναι πώς κατώρθωσαν άνθρωποι να ζώσιν επί του ανύδρου και αξένου εκείνου βράχου, αλλ’ η συνελαύνουσα και προσβιάζουσα αυτούς ήτο προδήλως η ανάγκη. Ο φόβος των Αλγερίνων, των Βενετών και των Τούρκων τους συνεπίεζε και τους εστοίβαζεν επί της φύσει απορθήτου εκείνης κόγχης.
Εντός λοιπόν και πέριξ του παλαιού εκείνου φρουρίου εσώζοντο εισέτι, ότε ήμην παιδίον, περί τα τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα ευσεβούς παρελθούσης εποχής· τα πλείστα τούτων ήσαν ερείπια, άλλα με τους τέσσαρας τοίχους ορθούς, και άλλα σεσυλημένα τα ιερά και τας εικόνας, ολίγα μόνον ελειτουργούντο ακόμη. Τούτων τινά υψούντο γραφικώς επί υπερηφάνων βράχων και επί σκοπέλων παρά τον αιγιαλόν, εν τη θαλάσση, χρυσιζόμενα το θέρος υπό απλέτου φωτός, βρεχόμενα τον χειμώνα υπό των κυμάτων, άτινα μαινόμενος βορράς ετάραττε και ανετίναζεν, οργώνων ανενδότως το πέλαγος εκείνο, σπείρων εις τους αιγιαλούς ναυάγια και συντρίμματα, αλέθων τους γρανίτας εις την άμμον, ζυμώνων την άμμον εις βράχους και σταλακτίτας, εκλικμίζων τον αφρόν εις ακτινωτούς ραντισμούς.
Βαθύς και ατέρμων εξετείνετο ο ορίζων, ευρεία και αχανής ηπλούτο η θάλασσα. Αλλ’ οποία ανηλεής τρικυμία εθόλωνεν εκείνον και συνετάραττε ταύτην κατά τας ημέρας του χειμώνος. Εκείθεν ηδύνατό τις ν’ απολαύσει πράγματι το αίσθημα του υψηλού, οίον μόνος ο εν ασφαλεία θεατής από του ύψους απορρώγος ακτής δύναται να εκτιμήσει.
Εις το μέρος λοιπόν τούτο έτρεχον εκάστοτε μετά των ομηλίκων μου, κατά τας εορτάς μάλιστα, όταν ετελούντο πανηγύρεις. Και έβλεπες διά μιας το ερημωμένον μέρος ζωοποιούμενον και λαμβάνον χαρωπήν όψιν, και αι από μακρών χρόνον σιγώσαι ηχοί ήρχιζαν ν’ αντιλαλώσι τας φαιδράς κραυγάς των παιδίων και την χελιδονώδη λαλιάν των νεαρών γυναικών.
Οσάκις μικρός τις σύντροφός μας εξετέλει διά πρώτην φοράν την ευσεβή προσκύνησιν (διότι έκαστος ημών ανετρέφετο με την ιδέαν του κάστρου και εδειματούτο με τας εικόνας των εν αυτώ επιδημούντων απειραρίθμων φασμάτων), η πρώτη φιλάδελφος φροντίς μας ήτο, παραφυλάττοντες την ώραν καθ’ ην θα εισείρπε χάσκων και τεθηπώς εις τον υποσκότεινον πυλώνα, να κτυπήσωμεν, διά το καλορρίζικον, την κεφαλήν του επί της σιδηράς πύλης, επιφωνούντες: Σιδεροκέφαλος!
Οι πλείστοι όμως εξ ημών άφατον εύρισκον τέρψιν εις το να κρούωσι μανιωδώς τους ραγισμένους παλαιούς κώδωνας των δύο ή τριών ναΐσκων, των σωζομένων ακόμη εντός του φρουρίου, αμιλλώμενοι τις να διαρρήξει αυτούς μίαν ώραν αρχύτερα, μεθ’ όλας τας διαμαρτυρίας του αγαθού ιερέως και το επισειόμενον μαστίγιον του κλητήρος της δημαρχίας ή του χωροφύλακος.
Προσέτι δε είχον την συνήθειαν, μικροί βάνδαλοι τινές εξ ημών (πώς να το γράψω;) να καταρρίπτωσι διά πυγμών και λακτισμάτων τους ολίγους τοίχους των οικιών, όσοι ίσταντο ακόμη όρθιοι, ανεκλάλητον ηδονήν ευρίσκοντες εις το να ρίπτωσι τους λίθους τούτους εις το πέλαγος, το απλούμενον βαθύ και βοΐζον μανιωδώς κάτωθεν του μεγαλοπρεπούς βράχου, οπόθεν μακραί παρήρχοντο στιγμαί, έως ου ακουσθεί και φθάσει εις τα ώτα ημών υπόκωφος ο πλαταγισμός της πτώσεως των συντριμμάτων τούτων.
* * *
Τρεις ή τέσσαρες οδοί έφερον από της νεωτέρας πολίχνης εις το Κάστρον. Τούτων η κυριωτέρα ωνομάζετο: ο Μεγάλος δρόμος.
Ο δρόμος ούτος, αφού διήρχετο διά πολλών τοποθεσιών, ων εκάστη είχε την ιστορίαν της και τας περί φαντασμάτων και νεραΐδων παραδόσεις της, έφθανεν εις μέρος τι αρκούντως υψηλόν, αποτελούν ζυγόν μεταξύ δύο κορυφών της νήσου. Η θέσις αύτη ωνομάζετο Σταυρός.
Ίσταντο τω όντι εκεί, πράγμα συνηθέστατον άλλως, ουχί σταυρός, αλλά τρεις ξύλινοι σταυροί παμπάλαιοι, ων ο χρόνος και αι καταιγίδες είχον εξαλείψει το ερυθρόν επίχρισμα. Ο εις τούτων ίστατο εξ ανατολών, ο δεύτερος έβλεπε προς αργέστην και ο τρίτος προς λίβα.
Εκατόν βήματα απωτέρω, όπου η οδός εκατηφόριζε και ετρέπετο προς το Κάστρον, ημισείας ώρας δρόμον απέχον ακόμη, το έδαφος ήτο όλον κοκκινόχωμα εν μέσω ερεικών και σχοίνων, αι δε μάμμαι και προμάμμαι μας διηγούντο ότι το χώμα εκείνο, έχον ασυνήθη κοκκινωπόν χροιάν, εξέπεμπε προσέτι ευωδίαν ανεξήγητον.
Ίσως είπει τις ότι ήμεθα και ημείς «ακροαταί των έργων, θεαταί δε των λόγων» (άλλος ας διορθώσει οσφρανταί των λόγων, αν θέλει), αλλά το βέβαιον είναι ότι εφαίνετο και εις ημάς ότι το χώμα εκείνο πράγματι ευωδίαζεν.
Άνθρωπος είχεν αγιάσει εκεί, έλεγον. Πώς; Πότε; Με την επιπόλαιον παιδικήν περιέργειαν δεν εξήτασα αρκετά και δεν ηδυνήθην να το μάθω. Φαίνεται όμως ότι η παράδοσις έμεινεν αμυδρά και τα καθ’ έκαστα απωλέσθησαν. Και ου μόνον τούτο, αλλά και το όνομα του μάρτυρος εκείνου παρεδόθη εις λήθην. Κατά το κοινόν λόγιον «φτωχός Άγιος δοξολογία δεν έχει».
Παρήλθον πολλά έτη έκτοτε. Τω 1872, εικοσαετής ων, έτυχε να μεταβώ και να διατρίψω επί τινας μήνας εν Μακεδονία.
Εγνώρισα εκεί έντιμον συμπατριώτην από πολλών ετών αποδημούντα. Μετ’ αφελείας και άνευ στόμφου ο ανήρ ούτος μ’ εδίδαξε πολλά, μοι εδιηγήθη δε και πολλάς αρχαίας παραδόσεις του τόπου της γεννήσεώς μας.
Ενθυμήθην τότε να τον ερωτήσω, αν εγνώριζέ τι περί της παραδόξου εκείνης ευωδίας, ή αν ήκουσε περί του ανδρός, όστις είχεν αγιάσει πλησίον των Τριών Σταυρών· μοι εδιηγήθη δε τα εξής:
(Συνεχίζεται…)