Ένα ιστολόγιο που πηγαίνει σχολείο και αγωνιά για την παιδεία .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια και άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια και άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Κοινό Δελτίο Ειδήσεων στο Μικροκάναλο των Μεγάλων Δανείων και στο Ότι Μου Σκάι


Αρθρογράφος: Σατυρόπροκος
Όλγα Ατρόμητη: Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Μικροκάναλου των Μεγάλων Δανείων ξεκινάει έχοντας ως κύριο θέμα την ανεξήγητη απεργία των καθηγητών πριν καλά-καλά αρχίσουν τα μαθήματα. Απόψε θα σχολιάσουν ο Φαύλος Μίτσας, ο Γιάννης Τεπρεντέρης και στα πλαίσια μιας διακαναλικής συνεργασίας με το Ότι Μου Σκάι, οι εκλεκτοί συνάδελφοι Άρης Πορτοχέλι και Μπάμπης (σκέτο).

Ας δούμε πρώτα το ρεπορτάζ που ετοίμασαν οι συνάδελφοι των δύο καναλιών που βρήκαν και συνομίλησαν με καθηγητές, γονείς και μαθητές οι οποίοι, όπως η κυβέρνηση αλλά και ολόκληρη η κοινωνία, αγωνιούν για το τι θα γίνει με τα μαθήματα.
Ρεπόρτερ: Όλγα, Φαύλο, Γιάννη, Άρη, Μπάμπη, σας καλησπερίζω. Νιώθω μεγάλη συγκίνηση που συνομιλώ με πέντε ιερά τέρατα της αδέσμευτης δημοσιογραφίας. Ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Έχω μεγάλο τρακ…
Όλγα Ατρόμητη: Εντάξει παιδί μου. Φτάνει το γλείψιμο. Προχώρα στις συνεντεύξεις.

Ρεπόρτερ: Ας ξεκινήσουμε από τον εκπαιδευτικό. Θα απεργήσετε αύριο; Ποια η γνώμη σας για την απεργία;

Εκπαιδευτικός;: Φυσικά και δεν θα απεργήσω. Γιατί να απεργήσω; Για να χάσω τα λεφτουδάκια μου ή μήπως επειδή το θέλει ο Τσίπρας και η αριστερά; Αν απεργήσω τι θα γίνουν οι μαθητές; Η ΟΛΜΕ είναι υποκινούμενη. Ο υπουργός προσπαθεί να βάλει μία τάξη αλλά οι βολεμένοι συνδικαλιστές δεν τον αφήνουν.

Όλγα Ατρόμητη: Εντάξει, αρκετά. Να κι ένας άξιος και συνειδητοποιημένος εκπαιδευτικός. Αν ήταν όλοι σαν αυτόν, σίγουρα τα σχολεία μας θα ήταν καλύτερα.

Φαύλος Μίτσας:
Όλγα, αν μου επιτρέπεις, θα ήθελα να παρατηρήσω κάτι. Κανείς δεν λέει ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί είναι ανεπαρκείς. Εγώ να δεχτώ ότι έχουμε τους καλύτερους. Όμως, η απόφαση της ΟΛΜΕ να ξεκινήσει απεργία αντί για μαθήματα, νομίζω ότι αδικεί όλους εκείνους που έχουν διάθεση να προσφέρουν. Σίγουρα η κοινωνία θα βρεθεί απέναντί τους και δεν θα επιτρέψει να χαθούν πολύτιμες ώρες μαθημάτων. Έστω και τώρα θα πρέπει η ΟΛΜΕ να αφουγκραστεί τη θέληση του απλού κόσμου.

Όλγα Ατρόμητη: Νομίζω Φαύλο, είναι η κατάλληλη στιγμή να ακούσουμε τη γνώμη ενός γονιού που είμαι βέβαιη ότι εκφράζει το σύνολο όλων των γονέων. Το μικρόφωνο στο δαιμόνιο ρεπόρτερ μας.

Γιάννης Τεπρεντέρης: Πάντως Όλγα, αν μου επιτρέπεις, πριν περάσουμε στον δαιμόνιο ρεπόρτερ μας νομίζω πρέπει να επισημάνουμε τα αυτονόητα. Οι μαθητές μας έχουν δικαίωμα στη μόρφωση. Είναι αυτονόητο. Θα έρθει μετά η τρόικα να μας επιβάλλει το αυτονόητο, απαγορεύοντας τις απεργίες και θα λέμε πόσο κακή είναι. Από μόνοι μας πρέπει να το κάνουμε. Το ζητάει η κοινωνία.

Ρεπόρτερ: Πολύ ωραία τα είπες Γιάννη. Ας ακούσουμε τώρα την κραυγή αγωνίας ενός γονιού που εκφράζει, νομίζω, όχι νομίζω είμαι σίγουρος, το σύνολο των γονέων όλης της χώρας.

Γονιός;: Αυτή η απεργία είναι απαράδεκτη όπως και όλες οι απεργίες που γίνονται, γιατί είναι υποκινούμενες για να πέσει η κυβέρνηση και να επικρατήσει χάος. Τα παιδιά μας δεν χρωστάνε τίποτα να χάνουν μαθήματα.



Μπάμπης: Θα ήθελα στο σημείο αυτό, ενισχύοντας την άποψη του αγαπητού γονέα, να προσθέσω το εξής. Οι απεργίες υποκινούνται από την αριστερά όλο αυτό το διάστημα. Τα αποτελέσματα τα είδαμε. Πήγαμε κατά διαόλου. Νομίζω πως ήρθε η ώρα η δεξιά να προχωρήσει σε μια σοβαρή συσπείρωση. Στη συσπείρωση αυτή θα μπορούσε να χωρέσει ακόμη και μια σοβαρή και καλή χρυσή αυγή. Το είπε και ο στρατηγός-άνεμος Βύρωνας. Δεν είναι μόνο δική μου άποψη.



Άρης Πορτοχέλι: Αν μου επιτρέπεις Όλγα. Νομίζω πως πρέπει αυτοί οι κύριοι της ΟΛΜΕ να σκεφτούν πως με τις απεργίες τους σπρώχνουν τα παιδιά στα ιδιωτικά σχολεία που ούτε απεργίες κάνουν, ούτε ώρες χάνουν και καλύτερο μάθημα γίνεται.

Όλγα Ατρόμητη: Άρη, νομίζω πως έχεις απόλυτο δίκιο. Ας δούμε τι λέει για την όλη κατάσταση μία μαθήτρια το πρόσωπο της οποίας είναι καλυμμένο για ευνόητους λόγους.

Ρεπόρτερ: Δεν ξέρω ποιον να πρωτοσυγχαρώ, τον Μπάμπη ή τον Άρη.
Ανοιχτά μικρόφωνα: Μας γέμισε σάλια αυτός ο μικρός. Είπαμε να γλύφει αλλά ετούτος το παράκανε μην του πω καμιά κουβέντα.

Πανικός στο κοντρόλ. Ακούγονται φωνές. Τα μικρόφωνα κλείνουν.

Όλγα Ατρόμητη: Κυρίες και κύριοι συμβαίνουν αυτά σε ένα ζωντανό δελτίο ειδήσεων. Ας προχωρήσουμε. Να ακούσουμε τη γνώμη της μαθήτριας.

Μαθήτρια: Εμείς οι μαθητές κατανοούμε τις ανησυχίες των καθηγητών μας και συμπαραστεκόμαστε στο δίκαιο αγώνα τους για δωρεάν δημόσιο σχολείο για όλους χωρίς διακρίσεις. Θα σταθούμε συμπαραστάτες στη μάχη που διν…
Όλοι μαζί: Τι είναι αυτά που λέει. Αυτή δεν είναι μαθήτρια.


Ανοιχτά μικρόφωνα: Καλά, πόσο ηλίθιος είναι αυτός ο ρεπόρτερ. Του είπαμε να βγάλει τη μαθήτρια την ξανθιά με το μαύρο μπλουζάκι. Αυτός έβγαλε τη μαυρομάλλα με το κίτρινο φόρεμα. Να απολυθεί αμέσως.

Πανικός και πάλι στο κοντρόλ.

Μαθήτρια: Μας κλείνουν τα σχολεία, απολύουν τους καθηγητές μας, χάνονται ώρες λόγω έλλειψης καθηγητών, το χειμώνα δεν θα έχουμε πετ…

Ανοιχτά μικρόφωνα: Τι γίνεται; Ας βάλει κάποιος μια τάξη. Ρίξτε μαύρο. Μαύρο γρήγορα γιατί γίναμε ρεζίλι. Γρήγορα μαύρο.

Όλγα Ατρόμητη: Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε για λίγο τη ροή των ειδήσεων. Με την ευκαιρία ας δούμε λίγο και τους χορηγούς μας.

Χορηγοί:
ΙΕΚ ΠΑΡΑΚΜΗ
ΙΕΚ ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ
ΙΕΚ ΠΙΚΡΗ
ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ «ΖΗΤΩ ΟΙ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ»
ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΠΑΝΤΕΛΟΝΑΣ


Όλγα Ατρόμητη: Κυρίες και κύριοι, ας μην ασχοληθούμε άλλο με την απεργία των καθηγητών. Άλλωστε τα ποσοστά συμμετοχής που δίνει η ΟΛΜΕ, αμφισβητούνται έντονα από το υπουργείο παιδείας και όπως γνωρίζουμε η ΟΛΜΕ δεν φημίζεται για την αξιοπιστία της. Το υπουργείο όμως…
Μπλα, μπλα, μπλα….
Τίτλοι τέλους γι΄αυτά τα δελτία ειδήσεων.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Ο γαϊδαράκος και ο δασκαλάκος...

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhi2umsP_xrYxL8cT2e-X35TJDEWrsWLUAQ8VLxsIjFUcJK07uOBv-2mE04vtP6B6ib3XnU43xHUTHaejw1uE0TKrl8JbJM1cAlMzxkG3ISvRW_32lMJWrqzT3GW8bZWvmFjE_8N-tjRnk/s1600/gaidarakos.jpg

Μια φορά και έναν καιρό

σε λιβάδι δροσερό

ένας γάιδαρος καθόταν

αρχαία μάθαινε κι ευχαριστιόταν.

Μα για τύχη του κακή

ένας δασκαλάκος φτάνει εκεί.

-Γειά χαρά σου, γαϊδαράκο!

-Βρε, καλώς τον δασκαλάκο!

Πώς θες να μάθω το γιγνώσκω;

Εγώ ξέρω μοναχά να βόσκω!

Και ο δασκαλάκος κάθησε δίπλα στον γαϊδαράκο και άρχισε:

Πάρε και ρήματα και ουσιαστικά

απαρέμφατα όσα θέλεις και ανώμαλα

και αρχίζει ο γαϊδαράκος;

-Ωχ, ωχ, ωχ και αχ, αχ, αχ!!!

Τα αρχαία τί τα ήθελα;

Φέρτε μου μια γεωμετρία

Μια άλγεβρα, έστω μια χημεία.

Μα ο δασκαλάκος δεν ακούει

Και τον προστάζει

Εγκλιτική αντικατάσταση να κάνει.

Με διαγωνίσματα και τεστ

Ο καιρός επέρασε

Και η χρονιά έτσι ετελείωσε

Κι ήρθε η ώρα του αποχωρισμού

Και ο γαϊδαράκος κλαίει



Μα αυτό το ποιηματάκι

Για πάντα στην ιστορία θα μένει

Και σε όλους σας θα λέει:

Ότι όσο ο γαϊδαράκος κι αν γκρινίαζει

Τον δάσκαλό του τον καλό με τίποτα δεν τον αλλάζει!

Πηγή: gym-fourna.eyr.sch.gr

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Η αλεπού και ο κόρακας!

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε μια παμπόνηρη αλεπού, η κυρά-Μαριώ, μαζί με τα δυο μικρά αλεπουδάκια της. Ένα πρωί αφού σκούπισε και συγύρισε το σπίτι της, είπε στα παιδιά της που έπαιζαν καθισμένα στο δάπεδο:
-Παιδιά μου για το μεσημέρι δεν έχει φαγητό. Θα κατέβω στο χωριό, να πάρω κάτι να φάμε.
-Εγώ θέλω να μου φέρεις έναν αληθινό κόκκορα, είπε το ένα αλεπουδάκι.
-Εγώ θέλω μια αληθινή χήνα είπε το δεύτερο.
-Μην ανησυχείτε θα σας φέρω το καλύτερο φαγητό. Μα μέχρι να γυρίσω φροντίστε να είστε φρόνιμα, και να προσέχετε. Να μην ανοίξετε τη πόρτα και έρθει ο λύκος και σας φάει.
Κι αφού τους έδωσε τις μητρικές συμβουλές, έβαλε τα καλά της, φτιάχτηκε μια και θα είχε πολύ κόσμο στο παζάρι, κι έφυγε σκεφτική.
Τα αλεπουδάκια το έριξαν στο παιχνίδι, μέχρι να γυρίσει η μητέρα τους.
Αυτό που προβλημάτιζε την κυρά-Μαριώ ήταν, πώς θα έπαιρνε φαγητό για τα παιδιά της, χωρίς λεφτά.
Στο μεταξύ δύο κόρακες πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου κουβέντιαζαν. Τι θα φάμε σήμερα; αναρωτιόνταν και αυτοί...
Μια καρακάξα που τους άκουσε τους είπε ότι περνώντας από το παζάρι, είδε του κόσμου τα καλά. Θα πετούσε χαμηλά τους είπε, μήπως και αρπάξει κάτι, αλλά φοβήθηκε.
Ο ένας κόρακας μόλις το άκουσε, πέταξε προς το χωριό.
Ένας μπακάλης, κουβέντιαζε με μια γυναίκα, και δίπλα του στο πάγκο, ήταν αραδιασμένα λαχταριστά και ευωδιαστά μεγάλα κομμάτια τυρί.
Ο κόρακας ήταν τόσο πεινασμένος, που δεν δίστασε, την ώρα που ο μπακάλης πρόσεχε τη πελάτισσα, έκανε βουτιά και άρπαξε ένα μεγάλο κομμάτι τυρί με το ράμφος του.
Ο μπακάλης γύρισε, τον είδε και έβαλε τις φωνές:
-Το πουλί, ο κόρακας, μου άρπαξε το τυρί!
-Καλά να πάθεις του είπε η πελάτισσα, να μάθεις να πουλάς τόσο ακριβά!
Ο μπακάλης έτρεχε πίσω από το κόρακα, φωνάζοντας ότι θέλει πίσω το τυρί του
Μα πού να φτάσει το κόρακα, που πέταξε μακριά πίσω από κάτι δέντρα.
Η αλεπού μας, είχε κουραστεί από το περπάτημα και κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ξαποστάσει. Την ώρα που ήταν έτοιμη να σηκωθεί για να συνεχίσει το δρόμο της, ακούει ένα φρρρρρ... από πάνω από τα κλαδιά του δέντρου. Κάνει έτσι το κεφάλι της, και βλέπει ένα κόρακα με ένα μεγάλο κομμάτι τυρί στο ράμφος.
Αμέσως σκέφτηκε ότι αυτό το τυρί ήταν ότι χρειαζόταν για να χορτάσει αυτή και τα αλεπουδάκια της, και αποφάσισε να το αποκτήσει.
Κατάλαβε ότι μόνο με πονηριά θα το έπαιρνε από το κόρακα.
Σηκώθηκε πήρε τη τσάντα της, και τότε έκανε σαν να τον είδε μόλις εκείνη τη στιγμή.
-Ω ...καλημέρα κυρ-Κόρακα! του είπε. Εδώ είσαι και δεν μιλάς;
Μα πώς να μιλήσει ο κόρακας που είχε στο στόμα του το τυρί.
-Καλέ....εσένα σε έχω ξαναδεί...Ναι, ναι, δε κάνω λάθος. Καθόσουν ένα πρωί, κοντά στο σπίτι μου, στη κορυφή ενός κυπαρισσιού και κελαηδούσες. Και τι ωραίο κελάηδημα που έκανες!
Καλύτερα κι από αηδόνι.Σε άκουγα και δε πίστευα στα αυτιά μου. Πιο όμορφη φωνή δεν έχει σίγουρα άλλο πουλί στο κόσμο.
Ο κόρακας την άκουγε με προσοχή και του άρεσαν πολύ τα παινέματα της.
-Μα θέλεις να σου δείξω πώς κελαηδούσες; συνέχισε η κυρά-Μαριώ. Κάπως έτσι...
Στάθηκε στα δύο της πόδια, και άρχισε να... τραγουδάει.
-Αχ ....εγώ δεν τα καταφέρνω.., αλλά και τι δε θα έδινα, για να ακούσω το γλυκό σου κελάηδημα πάλι, που δε μπόρεσα να το ξεχάσω.
Ο κόρακας φοβερά κολακευμένος, αμέσως αποφάσισε να της κάνει το χατήρι.
Άνοιξε το στόμα του και άρχισε να κελαηδά, όμως την ώρα που άνοιξε το ράμφος, το τυρί του έφυγε από το στόμα, και έπεσε κατευθείαν ....στην ανοικτή τσάντα της κυρά-Μαριώς.
Εκείνη την έκλεισε μεμιάς, και άρχισε να τρέχει, γελώντας και φωνάζοντας στο δυστυχή κόρακα:
-Γεια σου κόρακα με τη χειρότερη φωνή του κόσμου, που πίστεψες ότι ξεπερνάς κι ένα αηδόνι. Άλλη φορά να προσέχεις τα παινέματα, γιατί πολλές φορές παινεύουν εκείνοι που θέλουν το κακό του άλλου. Αν δεν κολακευόσουν δεν θα άνοιγες το στόμα σου για να σου πέσει το τυρί. Εγώ θα χορτάσω με αυτό τη πείνα τη δική μου και θα ταΐσω και τα δυο μου παιδιά. Ας είσαι καλά που είσαι τόσο εύπιστος στα ψεύτικα παινέματα των άλλων.
Έφυγε, και ο κόρακας έμεινε πεινασμένος να κλαίει για το πάθημα του।



πηγή: Η ιστορία αρχίζει

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Αναγνώσεις παραμυθιών: Αφηγήσεις α λα… διαδικτυακά


Η νέα προσπάθεια του Λάκη Λαζόπουλου μυρίζει… Χριστούγεννα και παιδικότητα. Αυτές τις γιορτές, τα μικρά –και μεγάλα- παιδιά έχουν την ευκαιρία να ακούσουν τα αγαπημένα τους παραμύθια και άλλες όμορφες ιστορίες, μέσα από τις αφηγήσεις διάσημων προσωπικοτήτων.

Ο Λάκης και tospirto.net έδωσαν το σύνθημα και δεκαοκτώ δημοφιλείς πρωταγωνιστές δάνεισαν το υποκριτικό τους ταλέντο στον τομέα του παραμυθιού. Οι αφηγήσεις τους άρχισαν ήδη να ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του tospirto.net και κάθε ημέρα θα δημοσιεύεται και ένα επιπλέον παραμύθι.

Ένας-ένας, οι εκπρόσωποι της ελληνικής υποκριτικής διάβασαν τις ιστορίες για παιδιά που εξακολουθούν να πιστεύουν στα θαύματα και τα happy end. Από τις 20 Δεκεμβρίου και ως τις 6 Ιανουαρίου, διάστημα κατά το οποίο τα παιδιά βρίσκονται στα σπίτια τους, οι μικροί «αδειούχοι» θα έχουν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν το διαδίκτυο για να απολαύσουν μέσω αυτού τις γνώριμες φωνές των πρωταγωνιστών να τους μεταφέρουν το πνεύμα των Χριστουγέννων.

Παραμύθια διάβασαν οι εξής (με αλφαβητική σειρά): Παναγιώτα Βλαντή, Μαρία Γεωργιάδου, Ναταλία Δραγούμη, Γιώργος Καραμίχος, Σμαράγδα Καρύδη, Φιλαρέτη Κομνηνού, Λάκης Λαζόπουλος, Δημήτρης Λιγνάδης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Θάλεια Ματίκα, Μαρία Ναυπλιώτου, Φαίη Ξυλά, Ιωάννα Παπά, Χρύσα Παπά, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Άκης Σακελλαρίου, Παύλος Χαϊκάλης.

Το «γαϊτανάκι» των αφηγήσεων άρχισε ήδη με τον Λάκη Λαζόπουλο να διαβάζει στο κατάστημα των Public τα «Χαμόγελα» (δείτε το εδώ). Οι Έλληνες ηθοποιοί μοιράζουν διαδικτυακά χαμόγελα στις μικρές ηλικίες και αποδεικνύεται πως το internet δεν έχει μόνο κινδύνους για τους μικρούς μας φίλους, αλλά και όμορφες ιδέες. Και ζήσανε αυτοί καλά, και τα παιδιά καλύτερα.




πηγή:Τρελογιάννης

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

“Ακοαί πολέμων” και άλλα καταστροφολογικά

Kατά καιρούς “ακοαί πολέμων” και άλλα καταστροφολογικά, απασχολούν την εκκλησιαστική ή ορθότερα την παραεκκλησιαστική επικαιρότητα. Μετά την ανεκδιήγητη προφητολογία με τον καιρό των “σπανακίων” διαδίδεται τελευταία, πώς ορθόδοξοι αγιορείτες μοναχοί “είδαν” τον ηγιασμένο μακαριστό γέροντα Παΐσιο να τους προτρέπει σε συλλογή τροφίμων και ετοιμότητα γιατί πρόκειται-λέει-να γίνει πόλεμος και να επέλθει μαύρη πείνα στον κόσμο. Η προτροπή εστιάζει βέβαια κυρίως στους αγιορείτες πατέρες και τα μοναστήρια, ώστε κατάλληλοι σιτοδότες ως άλλοι Ιωσήφ της σήμερον να προλάβουν το κακό και να εξασφαλιστούν οι πατέρες.

Κατ’αρχάς η ίδια η ιδέα της συλλογής τροφίμων για πρόληψη επερχομένου κακού είναι από την φύση της αντιχριστιανική και αντίκειται σ’αυτήν την απλή ευαγγελική αλήθεια πού συνήθως την προσπερνάμε επικαλούμενοι τα βιβλικά του “καλού οικονόμου” και του “καλού σιτοδότου Ιωσήφ”:

Γι’ αυτό, σας λέω: Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι να φάτε και τι να πιείτε. ούτε για το σώμα σας τι να ντυθείτε. Δεν είναι η ζωή πολυτιμότερη από την τροφή, και το σώμα από το ένδυμα; Κοιτάξτε με προσοχή στα πουλιά τού ουρανού, ότι δεν σπείρουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν σε αποθήκες, και ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. εσείς, δεν είστε πολύ ανώτεροι απ’ αυτά;

Αλλά, ποιος από σας, μεριμνώντας, μπορεί να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημά του; Και για το ένδυμα τι μεριμνάτε; Παρατηρήστε τα κρίνα τού χωραφιού πώς αυξάνουν. δεν κοπιάζουν ούτε κλώθουν. Σας λέω, όμως, ότι ούτε ο Σολομώντας μέσα στη δόξα του ντύθηκε σαν ένα απ’ αυτά. Αλλά, αν το χορτάρι τού χωραφιού, που σήμερα υπάρχει, και αύριο ρίχνεται σε κλίβανο, ο Θεός το ντύνει με έναν τέτοιο τρόπο, δεν θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; Μη μεριμνήσετε, λοιπόν, λέγοντας: Τι να φάμε ή τι να πιούμε ή τι να ντυθούμε; Δεδομένου ότι, όλα αυτά τα ζητούν οι Εθνικοί επειδή, ο ουράνιος Πατέρας σας ξέρει ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά.» (Κατά Ματθαίον 6:25-32).

Τα παραθέτουμε σε απλή μετάφραση για να μην υπάρξει παρεξήγηση. Άλλωστε η ολιγοπιστία προς την μέριμνα του Θεού συνιστά αθεΐα και όλος αυτός ο τρόμος καταδεικνύει την ειδωλολατρική μας προσκόληση σε υλικές αγωνίες. Και δεν θα επεκταθώ και σε προφητείες εθνικού ενδιαφέροντος γιατί το θέμα είναι τόσο λεπτό, ώστε να αποδίδουν πολλές φορές οι ακροώμενοι ή αναγνώστες στον συντεταγμένο με αυτούς ή στον αντικείμενο σ’αυτούς πολιτικές αποχρώσεις και δόλια σκοπιμότητα, ώστε τόσο ο γράφων όσο και οι παραπάνω να αποκομίζουν μόνο πίκρα…

Ίσως βέβαια όλα τα παραπάνω είναι περιττά, δεδομένου ότι η υπόθεση αφορά κάποιες κούφιες διαδόσεις και μάλιστα από κύκλους μάλλον τηλεμπόρων που εκμεταλλεύονται ασύστολα ιερά πρόσωπα με εύκολο κυνισμό και υπολογίζοντας στην ευπιστία των μονίμως τρομοκρατημένων. Αυτό που είναι καθαρά σημαντικό και – να πού βγαίνει κάτι καλό απ’όλα αυτά, αν μπορεί κανείς να το πει καλό βέβαια- είναι σαφώς η περίτρανη κατάδειξη όχι μόνο της ακούσιας αθεΐας και απιστίας μας αλλά και γενικά της πνευματικής μας γύμνιας και ποιότητας. Φτάνει μόνο ένα βότσαλο που θα πετάξει ένας επιτήδειος ή κάποιος φανατικός στην στατική λίμνη της θρησκοληψίας μας για να τρομάξουμε και να κοάζουμε σαν βατράχια. Τί ειδωλολατρία η τρομολαγνεία! Και μόνο ο τρόμος από “ακοές πολέμων” και όλη αυτή η εσχατολαγνεία για την οποία μας προειδοποίησε σαφέστατα ο Κύριος (αναστήσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται κοκ) φτάνει για να μας προβληματίσει. Είμαστε άνθρωποι φοβισμένοι, έρμαια σε κατασκευάσματα, οπαδοί απατηλής θρησκείας που τρέφονται με ακοές, διαδόσεις και τρόμο, την ίδια στιγμή πού έχουμε την ψευδαίσθηση του αληθούς. και γνησίου ορθοδόξου. Σ’ αυτό δεν διαφέρουμε από προτεσταντικές εσχατολογικές ομάδες του Νέου Κόσμου.

Η εσχατολαγνεία υποκατέστησε κάθε πνευματικό ενδιαφέρον και πνευματικότητα. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι αφελείς απατημένοι ή οι “αφελείς απατεώνες” για να ξυπνάμε, εκείνοι πού μας “εξεγύμνωσαν και εφάνηκε η αισχύνη μας”, κατά το προφητικόν λόγιον.

Δεν πιστεύουμε πια στον Θεό. “Ποντάρουμε” στις …καλές προθέσεις του διαβόλου. Διαπραγματευόμαστε τρομαγμένοι με την κόλαση. Δεν προσδοκούμε πια Χριστό. Περιμένουμε την λύτρωση με τον ερχομό του Αντιχρίστου. Ο Κύριος να μας ελεήσει…

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ ΕΞΩ ΒΑΛΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟΝ

ΤΟ ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑ ΔΕΝ ΤΟ ΕΝΝΟΗΣΑΜΕ


πηγή:Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Το Μυρμήγκι

Ήταν μία φορά κι έναν καιρό ένα ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι που ξεκινούσε κάθε μέρα, πρωί-πρωί, για τη δουλειά του. Περνούσε όλη μέρα δουλεύονται και τραγουδώντας, μέσα στην καλή χαρά!

Του άρεσε πάρα πολύ να εργάζεται Και, φυσικά, η απόδοση του ήταν εξαιρετική! Μόνο που, δυστυχώς στην επιχείρηση δεν υπήρχε manager να το κατευθύνει!Ο Κηφήνας, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, αποφάσισε πως αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί κι έτσι δημιούργησε μία θέση manager, για την οποία προσέλαβε μία ιδιαίτερα έμπειρη Πασχαλίτσα.

Πρώτο μέλημα της Πασχαλίτσας ήταν να εποπτεύσει το ωράριο του Μυρμηγκιού και για αυτό προχώρησε αμέσως στην οργάνωση ενός συστήματος ελέγχου, με κάρτες. Βέβαια, σύντομα χρειάστηκε να προσλάβει μία γραμματέα, που ανέλαβε να ετοιμάζει τους φακέλους αναφοράς, με τη βοήθεια μίας νέο-προσληφθείσας Αράχνης.

Η Αράχνη επιφορτίστηκε με το σύστημα αρχειοθέτηση καθώς και με το τηλεφωνικό κέντρο. Στο μεταξύ, το ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι συνέχιζε να δουλεύει, να δουλεύει, να δουλεύει…

Ο Κηφήνας, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ήταν τόσο ευχαριστημένος με τις καθημερινές αναφορές που λάμβανε από την Πασχαλίτσα, ώστε της ζήτησε να του ετοιμάσει μία συγκριτική μελέτη, με γραφήματα και ανάλυση τάσεων. Έτσι, απευθύνθηκαν σε μία Κατσαρίδα, στην οποία αγόρασαν μάλιστα ένα νέο σετ υπολογιστή-εκτυπωτή, για να βοηθήσει στην εκπόνηση της μελέτης.

Το ευτυχισμένο, παροδικό Μυρμήγκι άρχισε δειλά-δειλά να διαμαρτύρεται για όλη αυτή τη γραφειοκρατία και το χαρτοβασίλειο. Μοιραία, οι ρυθμοί της δουλειάς του άρχισαν να μειώνονται…

Ο Κηφήνας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος τnς επιχείρησης, αποφάσισε πως έπρεπε να πάρει αμέσως μέτρα αυτή την απαράδεκτη κατάσταση και έφερε επειγόντως έναν ειδικό διευθυντή, αρμόδιο να επιβλέπει το ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι.

Τη θέση, λοιπόν, ήρθε να καλύψει ένας τζίτζικας που άλλαξε αμέσως τη φθαρμένη επίπλωση του γραφείου του και ζήτησε μία ειδική, εργονομική πολυθρόνα και έναν υπολογιστή με επίπεδη οθόνη. Βέβαια με τόσους υπολογιστές πια, η εταιρεία προχώρησε, αναγκαστικά, στην αγορά ενός Server.

Ο νέος διευθυντής ένιωσε σύντομα την ανάγκη να φέρει έναν υποδιευθυντή (που ήταν, παλιά, βοηθός του) ώστε, με τη βοήθεια του, να καταστρωθεί ένα στρατηγικό πλάνο, καθώς και ο προϋπολογισμός του νέου αυτού τμήματος.

Όσο γίνονταν όλα αυτά, το Μυρμήγκι ένιωθε όλο και λιγότερο ευτυχισμένο, όλο και λιγότερο παραγωγικό…

Ο Τζίτζικας δεν έχασε χρόνο: “Πρέπει να παραγγείλουμε μια έρευνα σχετικά με τα προβλήματα του εργασιακού περιβάλλοντος και τις αντιδράσεις των εργαζομένων”, είπε. Μόνο που, μια μέρα, μελετώντας τις αναφορές, ο Κηφήνας, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος,συνειδητοποίησε, ότι ο τομέας στον οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του το ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι, δεν ήταν πλέον τόσο κερδοφόρος.

Αμέσως ζήτησε από μία περιζήτητη σύμβουλο, την Κουκουβάγια, να γνωμοδοτήσει πάνω στο θέμα και να εισηγηθεί κάποιες λύσεις. Τρεις μήνες αργότερα η Κουκουβάγια έφερε την έκθεσή της που κατέληγε ως εξής:

«Στην επιχείρηση υπάρχει σαφώς, πλεόνασμα προσωπικού». Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Κηφήνας, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ακολούθησε τη συμβουλή της και… απέλυσε το Μυρμήγκι!!!

Συμπεράσματα:

Από το να είσαι ένα ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι, καλύτερα να είσαι ένα ανίκανο τίποτα, άχρηστο για οτιδήποτε. Άλλωστε, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι ανίκανοι δεν έχουν καμία ανάγκη εποπτείας. Τι να την κάνουν; Αν, παρόλα αυτά, επιμένεις να είσαι παραγωγικό Μυρμήγκι, τουλάχιστον, μη δείχνεις ότι είσαι, ταυτόχρονα, κι ευτυχισμένο… Δεν θα σου το συγχωρήσουν ποτέ! Αν πάλι, επιμένεις ξεροκέφαλα να είσαι ένα ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι, φρόντισε να δημιουργήσεις δική σου επιχείρηση, ώστε, τουλάχιστον, να μην πρέπει να συντηρείς Κηφήνες, Πασχαλίτσες, Αράχνες, Τζιτζίκια, Κουκουβάγιες και Κατσαρίδες. Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω βασίζονται σε έγκυρες πανεπιστημιακές έρευνες που δείχνουν ότι η πλειονότητα των ανθρώπων έχουν την τάση να γίνουν παράσιτα…

(προσαρμογή στα ελληνικά: Εμμανουέλα Ν.» Μελίνα I. )

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Απορίες χαζών ή έξυπνων ανθρώπων

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi-1hcYXwJACo6Qehn9r_LQJGeKOLbCDySY5jcEw0h1wdlqcE-Bzo7xzx1JA11vxmfLXRczyKtcq4grq10ojFws6dic4eMLK1MM1N6lJhORUODPqzPwz7UPNBPaaGGukZOxYBe-Jd4eSHQ/s320/21a.jpg
Aφού τα λαγοπόδαρα φέρνουν τύχη, γιατί οι λαγοί καταλήγουν στιφάδο;


Τα κινέζικα αρκουδάκια "ΠΑΝΤΑ" στα αγγλικά λέγονται "ΑLWAYS";


Γιατί χρειάζονται πλύσιμο οι πετσέτες του ντους, αφού όταν τις χρησιμοποιούμε είμαστε καθαροί;


Τα ΑΤΜ γιορτάζουν της αναλήψεως;


Γιατί τις λέμε ατομικές βόμβες, αφού σκοτώνουν πολλούς;


Πώς λέγεται ένα αγριογούρουνο, όταν είναι ήρεμο;


Ο ΤΕΝ-ΤΕΝ δε θα έπρεπε να λέγεται TWENTY?


Γιατί λέγονται πολύ-θρόνες, αφού κάθεται μόνο ένας;


Η απαγόρευση του καπνίσματος σε χώρους εργασίας ισχύει και στις καπνοβιομηχανίες;


Είναι λογικό οι επιγραφές "Ξεπούλημα λόγω διάλυσης", να δείχνουν τόσο ενθουσιώδεις;


πηγή:Υπερκινητικός Δάσκαλος

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Η μάχη της Κουκουβάγιας - Παραμύθι από τη Χαβάη


Αυτή η ιστορία μας διηγείται, γιατί οι χαβανέζοι τιμούν την κουκουβάγια.

Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν, στο νησί Οάχου, ένας πεινασμένος άντρας που τον έλεγαν Καπόι, σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο, στη φωλιά μιας κουκουβάγιας και πήρε μερικά αυγά.

Καθώς τα τύλιγε μέσα σε φύλλα και ετοιμαζόταν να τα μαγειρέψει στη φωτιά, μια κουκουβάγια τον πλησίασε και κάθησε σ' ένα δέντρο παραδίπλα.

"Σε παρακαλώ, μην καταστρέψεις τα αυγά μου, Καπόι", έσκουξε η κουκουβάγια.

Το στομάχι του νεαρού, γουργούριζε από την πείνα. Γιατί να τα επιστρέψει, αφού τα είχε βρει αφύλαχτα?

"Είναι δικά μου τώρα", αποκρίθηκε.

"Σε ικετεύω Καπόι, μην σκοτώσεις τα παιδιά μου", είπε η κουκουβάγια φτερουγίζοντας.

Ο Καπόι ντράπηκε για τον εγωισμό του. Ξαφνικά, δεν ένοιωθε πια τόσο πεινασμένος. Πως μπορούσε να φάει τα αυγά, με την κουκουβάγια να τον παρακολουθεί?

"Έλα, λοιπόν, να τα πάρεις. Δεν μπορώ να περνάω εγώ καλά σε βάρος κάποιου άλλου", είπε.

Η κουκουβάγια κάθησε στον ώμο του και ψιθύρισε, "Σ' ευχαριστώ, Καπόι. Το όνομά μου είναι Πουέο και είμαι ένας θεός, που εσείς οι θνητοί δεν γνωρίζετε ακόμη. Χτίσε μου ένα βωμό και εγώ θα σας προστατεύω απ' όλα τα κακά".

Ένας θεός που υπόσχεται να προστατεύει τους ανθρώπους από το κακό! Ο Καπόι πήρε πέτρες και ξύλα και έφτιαξε ένα μικρό βωμό. Ύστερα, έκανε θυσία στο θεό - κουκουβάγια.

Ο καπνός από το βωμό υψώθηκε στον ουρανό, ευχαριστώντας τον Πουέο για την προστασία του. Η κουκουβάγια πέταξε μακριά, σκούζοντας απαλά και ο Καπόι ήξερε πως είχε κάνει το σωστό.

Κάποιος όμως πρόσεξε τον καπνό στον ουρανό - κάποιος πολύ ισχυρός. Ήταν ο βασιλιάς του Ουάχου, ο Κακουχιουέουα.

"Τολμάει κάποιος να κάνει θυσία χωρίς την άδειά μου?" ρώτησε κακόκεφα. "Δεν ξέρουν οι άνθρωποι ότι μόνο ο βασιλιάς μπορεί να προσφέρει θυσίες?"

Οι φρουροί του πήγαν να δουν τι συνέβαινε. "Ένας νεαρός προσεύχεται σε κάποιον νέο θεό, την κουκουβάγια Πουέο", ανέφεραν στο βασιλιά.

"Δεν πιστεύω πως υπάρχει τέτοιος θεός", είπε εκείνος. "Φέρτε μου αυτόν τον άντρα. Πρέπει να δικαστεί για υποκρισία και παράβαση των διαταγών μου".

Ένα τεράστιο πλήθος συγκεντρώθηκε στη δίκη του Καπόι.

"Σε πιάσαμε να λατρεύεις ένα θεό που εμείς δεν αναγνωρίζουμε", δήλωσε ο βασιλιάς. "Η θυσία σου, μπορεί να κάνει τη μεγάλη θεά του ηφαιστείου να θυμώσει. Μπορεί να ρίξει στα κεφάλια μας πύρινη βροχή ή ακόμη να βυθίσει το νησί μας. Γι αυτό, Καπόι, σε εξορίζω. Οι φρουροί μου θα σε μεταφέρουν δεμένο σ' ένα έρημο νησί, μακριά απο το σπίτι σου, απ' όπου δε θα επιστρέψεις ποτέ".

Ένα έρημο νησί μακριά από το σπίτι του! Θα ήταν μια υπαίθρια φυλακή, χωρίς κανέναν για να μοιραστεί τη μουσική ή την τροφή, κανέναν για να μιλήσει, καμιά οικογένεια για να επισκεφτεί. "Ω Πουέο", ψιθύρισε ο Καπόι. "Χάρισα τη ζωή στα παιδιά σου. Σώσε με κι εσύ από μια μοίρα που είναι χειρότερη και από θάνατο!"

Αμέσως, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ο Καπόι και ο βασιλιάς κοίταξαν ψηλά και είδαν χιλιάδες κουκουβάγιες να ορμούν προς το μέρος τους - ένα θέαμα πολύ παράξενο, αφού οι κουκουβάγιες συνήθως κυκλοφορούν μόνο τη νύχτα, κάτω από το μανδύα του σκοταδιού.

Ο αρχηγός των φρουρών σφύριξε μ' ένα μεγάλο κοχύλι και οι υπόλοιποι τράβηξαν τις λόγχες τους και τα ρόπαλά τους, που ήταν φτιαγμένα από δόντια καρχαρία.

Οι κουκουβάγιες, κατέβαιναν και χιμούσαν πάνω τους, τρυπώντας τους με τα ράμφη και τα νύχια τους.

Οι στρατιώτες μαζεύτηκαν γύρω από το βασιλιά, αφήνοντας τον Καπόι αφύλαχτο. Μια κουκουβάγια ράμφισε το σκοινί γύρω από τους καρπούς του, ελευθερώνοντάς τον. Ήταν ο ίδιος ο Πουέο, που ανταπέδιδε την καλοσύνη που είχε δεχτεί.

"Η κουκουβάγια είναι πράγματι δυνατή ", φώναξε ο βασιλιάς Κακουχιουέουα. "Θα χτίσουμε ναούς και βωμούς στο όνομά της. Θα χορέψουμε προς τιμήν της".

"Και ως ανταπόδοση, εκείνη θα μας προστατεύει", είπε ο Καπόι. "Δοξάστε τον Πουέο! Δοξάστε την κουκουβάγια!"

Το πλήθος επεφήμισε και από τη μέρα εκείνη, οι χαβανέζοι πάντα τιμούν τις κουκουβάγιες..


πηγή

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Ο βασιλιάς και το αλάτι



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που
είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και
ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος.
Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι.

Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε
με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία.

Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε
σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο.

Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του.
Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο.
Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά.
Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα.
Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα.

Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του
πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει.
Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό
δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει.
Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι.

Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε:
"Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;".

Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε.

Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του

και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...


Παραμύθι από τη Λιβύη

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Και εγένετο...Santa Claus!

Ποιος έβαλε την τελική πινελιά προκειμένου να αποκτήσει ο Άγιος Βασίλης την μορφή, που έχουμε όλοι σήμερα στο μυαλό μας;

Δημιουργός της πιο αναγνωρίσιμης προσωπικότητας του πλανήτη ήταν ο σχεδιαστής Χάντομ Σάντμπλομ, στον οποίο ανέθεσε η εταιρεία Coca Cola, να σχεδιάσει μια συμπαθητική φιγούρα ενός καλοκάγαθου Santa Claus προκειμένου να αποτυπωθεί πάνω στα μπουκάλια του διάσημου αναψυκτικού και να… αυξηθούν οι πωλήσεις.
Έτσι, χάρη σε μια εξαιρετική ιδέα του Σάντμπλομ το 1931, ο Santa Claus πήρε σάρκα και οστά…

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα είναι καθρέφτης της ψυχής μας!



Κάποτε σε ένα χωριό ήταν μία οικογένεια που είχε έναν

γεροδεμένο γιο .Η δουλειά που έκανε ο πατέρας ήτανε να

κόβει ξύλα από το δάσος και να τα πουλά για το τζάκι,

είχε και ένα γαϊδουράκι για να τα φορτώνει και απασχολούσε

και των γιο του .Ξεκίνησαν λοιπόν το πρωί για δουλεία ο γιος

καθότανε επάνω στο γαϊδουράκι και ο πατέρας πήγαινε πεζός ,

τους είδε ένας και είπε :

Σαν δεν τρέπεται ο γιος να είναι καβάλα στον γάιδαρο και

να αφήνει τον πατέρα του να περπατάει ;


Αυτό έφτασε στα αυτιά του πατέρα και ανεβαίνει αυτός και

κατεβαίνει ο γιος περπατώντας ,τους βλέπει κάποιος και λέει :

Σαν δεν τρέπεται ο πατέρας να αφήνει τον γιο του το καμάρι του

που κάνει την περισσότερη δουλειά να περπατάει ;Τι να πω .

Φτάνει και αυτό στα αυτιά πατέρα και γιου ,και είπε ο πατέρας

θα ανέβω και εγώ στον γάιδαρο .

Εκεί που πηγαίναν τους βλέπει κάποιος και του χαιρετά καλημέρα τους λέει να είστε πάντα καλά .Καλημέρα του λένε
με χαρά και συνέχισαν τον δρόμο τους ποιο κάτω τους βλέπει
μία και λέει :Σαν δεν τρέπονται τα βόδια!!!! δεν λυπούνται τον
καημένο γάιδαρο να τους κουβαλά τα ξύλα να κουβαλάει και
αυτούς τροπή! τροπή τους .


Αφού το άκουσαν και αυτό είπανε να κατεβούν και η δύο από
τον γάιδαρο και να πάνε πεζοί .Εκεί που περπατούσαν τους
βλέπει μία κάνει το σταυρό της ειρωνικά λέγοντας :
Κύριε ελέησον πρώτη φορά βλέπω τόσο χαζούς ανθρώπους
να έχουν γάιδαρο και να πάνε με τα πόδια ;!

Βλέπεται όλοι είπανε κάτι κακό για τους ήρωες της ιστορίας
εκτός από έναν που ήταν καλοπροαίρετος ,τους είπε καλημέρα
του θεού και να είναι καλά ,αυτός ήτανε πραγματικά ένας
ευλογημένος άνθρωπός ,έτσι πρέπει να είμαστε και εμείς να μην
ασχολούμαστε με τους άλλους ψάχνοντας να τους βρούμε κάτι
και καλά κακό ,χωρίς να βλέπουμε τα δικά μας ελαττώματα;....


Πηγή: http://fosilaron.blogspot.com/2009/12/blog-post.html

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

"Τα χαρίσματα"

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ράφτης αλλιώτικος απ' τους άλλους. Ύφαινε τα ρούχα των ανθρώπων απ' τα λόγια τους. Έπαιρνε τις λέξεις κι έφτιαχνε ένα ύφασμα που τους ήταν απολύτως ταιριαστό. Το έκοβε και το έραβε στα μέτρα τους χρησιμοποιώντας κάθε φορά τις παύσεις τους, τα ερωτηματικά τους και τα κόμματα, για κλωστή, κόπτσες και κουμπιά.

Στο τέλος τα στόλιζε με τα θαυμαστικά τους. Τα μυστικά τους τα έφτιαχνε φόδρα και τα όνειρά τους τα έβαζε είτε μαντηλάκι στο σακάκι, είτε φουλάρι που διακοσμούσε το φόρεμα, κορδέλα στα μαλλιά αν ήταν για μικρό κορίτσι ή ζώνη αν το ρούχο προοριζόταν για αγόρι μια σταλιά.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χτίστης που δεν έμοιαζε με κανέναν στον κόσμο. Έχτιζε τα σπίτια των ανθρώπων απ' τις χειρονομίες τους. Τις κινήσεις των χεριών τους στον αέρα, το βάδισμά, τον τρόπο που ξάπλωναν, πλένονταν, αγκαλιάζονταν. Απ' όλα αυτά έφτιαχνε τα υλικά της δουλειάς του, άλλοτε ατσάλι σκληρό, άλλοτε άμμο, άλλοτε πέτρες, ασβέστη, μετάξι κι έχτιζε στον καθένα το σπίτι που του ταίριαζε απόλυτα.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μάγειρας τόσο διαφορετικός από τους άλλους που τον ζήλευαν όλοι οι μάγειρες του κόσμου. Έφτιαχνε τα φαγητά που άρεσαν στον καθένα χωρίς να χρειάζεται παραγγελιά. Οι μυστικές του συνταγές ήταν τα συναισθήματα και τον χαρακτήρα των ανθρώπων κι αυτά για να τα καταλάβει τού ήταν αρκετό να ρίξει μια μόνο ματιά στα πρόσωπά τους. Έτσι σ' άλλους πρόσφερε φαγητά καυτά σαν το πάθος τους, σ' άλλους ξινά σαν τα μούτρα τους, πικάντικα σε άλλους και σ' άλλους άγευστα, ανάλατα, αλάδωτα και ωμά όσο και η τσιγκουνιά τους.
Την ιδια εποχή μ' αυτούς τους τρεις σπάνιους και τόσο ταλαντούχους τεχνίτες ζούσε βέβαια κι ένα ακόμα πιο σπάνιο παιδί. Τόσο σπάνιο ήταν το παιδί αυτό που ούτε ο ράφτης μπορούσε να το ντύσει, ούτε ο χτίστης να του φτιάξει ένα παιδικό δωμάτιο που να του ταιριάζει, ούτε και ο μάγειρας να του μαγειρέψει επιτέλους κάτι που να του αρέσει. Το σπάνιο χάρισμα που είχε αυτό το παιδί ήταν πως δεν είχε εαυτό. Μπορούσε να αλλάζει όπως ο καιρός. Πάνω που το καταλάβαινες κι έλεγες: "έτσι είναι", αυτό άλλαζε μεμιάς και σ' έκανε να τα χάνεις όπως μετά από ένα μπουρίνι μια απροσδόκητη λιακάδα. Εκεί που έκλαιγε γελούσε, εκεί που θύμωνε ημέρευε, εκεί που μάλωνε φιλιόνονταν, εκεί που κοιμόταν ξυπνούσε, εκεί που ήταν έτσι γινόταν αλλιώς κι εκει που ήταν αλλιώς γινόταν έτσι. Δεν είχε στιγμή ησυχίας, δεν ήξερε από σταθερότητα, δεν είχε ένα πρόσωπο με μία έκφραση, κάποια συναισθήματα, συγκεκριμένες προτιμήσεις. Τα είχε όλα και τίποτα απ' όλα.
Ο ράφτης, ο μάγειρας και ο χτίστης έπεσαν μια μέρα σε βαθιά περισυλλογή.
Όλος ο κόσμος τους επιβρέβευε. Όλοι ήταν τόσο πολύ ευχαριστημένοι μαζί τους. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλη τη χώρα που να μην τους ευγνωμονεί, εκτός, από το μικρό παιδί που πάντα τους προσπερνούσε κάνοντας χίλια δυο κόλπα, απ' τα πιο αστεία μέχρι τα πλέον δραματικά χωρίς να τους δίνει καμιά αφορμή να το ικανοποιήσουν.
"Ποτέ δεν ρωτάμε κανέναν τι θέλει", είπε ο ράφτης, "γιατί και οι τρεις είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε. Τι θα κάνουμε μ' αυτό το παιδί που ποτέ δεν ευχαριστήσαμε";
Ήταν σίγουροι πολύ καλοί και οι τρεις τους και δεν ήθελαν να μείνει ούτε ένας σε όλη την χώρα που δε θα του έδιναν αυτό που ήθελε κι αυτό που του ταίριαζε.
"Μάλλον πρέπει να κάνουμε πέτρα την καρδιά και να το ρωτήσουμε τι θέλει, αφού όσο κι αν προσπαθούμε δεν βγάζουμε άκρη μ' αυτό το παιδί" απάντησε ο χτίστης.
"Θ' αρχίσει πάλι να κάνει τα δικά του. Δεν υπάρχει περίπτωση να μας δώσει την ελάχιστη σημασία", συμπλήρωσε γεμάτος απογοήτευση ο μάγειρας. "Έχω ταϊσει χιλιάδες και χιλιάδες παιδιά και όλα έφαγαν όλο τους το φαγητό και τα περισσότερα μου ζήτησαν και δεύτερο πιάτο. Μ' αυτό το παιδί δεν έχω καμιά ελπίδα".
Μπορεί όλος ο κόσμος της χώρας τους να τους είχε δοξάσει, μπορεί όλος ο υπόλοιπος κόσμος να τους ζήλευε φριχτά και κάποιοι να τους φθονούσαν κιόλας για τα εξαιρετικά τους χαρίσματα, αλλά αρκούσε η απογοήτευση που έπαιρναν από αυτό το παιδί για να τους οδηγήσει σ' ένα αίσθημα τεράστιας αποτυχίας και μελαγχολίας βαθιάς.
Πίσω απ' την πλάτη τους ακούστηκε τότε μια φωνή να λέει:
"Κάνετε τους σπουδαίους και νομίζετε πως βρήκατε το μυστικό της ευτυχίας. Το χειρότερο είναι πως το νομίζουν και όλοι οι άλλοι που τους φτιάχνετε ρούχα, σπίτια και φαγητά ταιριαστά. Κι έτσι αυτή η χώρα μένει πάντα καρφωμένη στο ίδιο σημείο μιας ευτυχίας ψεύτικης. Τίποτα δεν προχωρά και τίποτα δεν αλλάζει. Το χαμόγελο έχει κολλήσει πάνω στα πρόσωπα όλων σαν χάρτινη χαλκομανία και δεν έχει καμιά ζωή πάνω του. Όλοι νομίζουν πως είναι ευχαριστημένοι και περισσότερο απ' όλους εσείς. Σιγά το σπουδαίο πράγμα που κααφέρατε. Το χάρισμα που σας δόθηκε το υποδουλώσατε στις διαθέσεις, στις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων κι έτσι το μετατρέψατε σε κατάρα. Γιατί το χάρισμα είναι φτιαγμένο για να οδηγεί ελεύθερο, να αλλάζει και να μεταμορφώνει τον κόσμο, όχι να τον επιβεβαιώνει και να τον κάνει να στρογγυλοκάθεται βολεμένος στην πολυθρόνα του.
Ράψε ράφτη ένα κουστούμι αταίριαστο σε κάποιον και άφησέ τον να βρει τον τρόπο να χωρέσει μέσα του βρίσκοντας καινούριες λέξεις που ποτέ δεν φαντάστηκε.
Χτίσε χτίστη σπίτια από ετερόκλητα υλικά να μάθουν να συμβιώνουν οι μεταξένιοι άνθρωποι με τους ατσάλινους κι οι αμμώδεις με τους πέτρινους. Ανακάτεψέ τα όλα, μπέρδεψέ τα να γεννηθούν νέοι άνθρωποι που θα έχουν κάτι απ' όλα πάνω τους.
Κι εσύ μάγειρα βάλε λίγο αλάτι στον ανάλατο και λίγη ζάχαρη στον πικρό. Πώς θα ομορφύνει ο κόσμος αν κάθε τι και καθένας έχει μόνο μια γεύση;"
Οι τρεις άνθρωποι σηκώθηκαν και κοίταξαν το παιδί παραξενεμένοι. Είχαν χάσει ολότελα τα λόγια τους. Μόνον ο μάγειρας που είχε μεγάλη αδυναμία στα παιδιά τόλμησε να το ρωτήσει:
"Κι εσύ λοιπόν τι θέλεις για τον εαυτό σου;"
Το μικρό παράξενο παιδί με τα αχτένιστα μαλλιά και τα χέρια στις τσέπες χαμογέλασε:
"Εγώ είμαι εσείς οι τρεις μαζί και κανένας από σας. Θέλω ό,τι δεν θέλω και μπορώ ό,τι δεν μπορώ. Θέλω μόνο να γελώ όταν κλαίω και να κλαίω όταν γελώ. Να δέχομαι ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνω και να καταλαβαίνω όταν δεν δέχομαι. Να τολμώ το ακατόρθωτο και να φοβάμαι το εύκολο. Μα περισσότερο απ' όλα θέλω να μην εξαρτιέμαι από μένα κι απ' τους άλλους. Καλή δουλειά τώρα φίλοι μου, σας χαιρετώ και πάω εκεί που ο τόπος δεν έχει στεριά ούτε θάλασσα. Εκεί που ο χρόνος δεν έχει πριν και μετά. Που το ένα περιεέχει τα πάντα και τα πάντα το ένα. Που όλα χωρούν γιατί κάποιος χωρά την ποικιλλία τους".
Αυτά είπε το μικρό παράξενο παιδί κι έγινε αχτίδα πολύχρωμη που χάθηκε στον ουρανό.
Οι τρεις τεχνίτες λυπήθηκαν πολύ με την αποχώρησή του κι επειδή δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν κάτι για να το ευχαριστήσουν αποφάσισνα αμέσως να εφαρμόσουν τις συμβουλές του. Ειδαν τότε τον ήλιο να γίνεται πολύχρωμος κι ο κόσμος λίγο λίγο, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, άρχισε να γίνεται αληθινός.