Ένα ιστολόγιο που πηγαίνει σχολείο και αγωνιά για την παιδεία .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία - Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία - Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

με το βυζί στον ώμο πήγαινε η γυναίκα ...έχει πεθάνει αιώνες ο Θεός....

Με το βυζί στον ώμο πήγαινε η γυναίκα

να βρει τον ακριβό της κολοσσό.
Ψάχνει παντού, σκαλίζει με τα νύχια.
Ούτ' ένα δάκτυλο ελληνορωμαϊκό
η μαύρη τύχη της Δε βρίσκει. Τι άδικο !
Να 'χει πεθάνει αιώνες ο Θεός,
οι άνθρωποι πασκίζουν να τον θάψουν
και γη δεν τον χωρεί, ενώ αυτής
ο πικραμένος γιος -καλή του ώρα-
αόρατος και πανταχού παρών.


                                                                                                                                                                                                Σαν μπαίνει σε μουσείο κρύβει το βυζί

κανένα μην το ιδεί ακέφαλο άγαλμα,
μηδένας Διευθυντής Αρχαιοτήτων - σαν χέλι ο ακριβός
γλιστράει στ' αμάργαρα νερά της θάλασσας.
Έτσι θα μείνει η μνήμη του για πάντα.
Και το βυζί της (γαλακτοτροφούσα)
το ντύνει με μια θλίψη.




ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ - ΘΟΛΟΣ
 
 
 
 

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

“Η ποίηση στο νηπιαγωγείο”


Νικολέττα Γκλιάου – Χριστοδούλου


Πολλοί ποιητές και θεωρητικοί της λογοτεχνίας έχουν δώσει κατά καιρούς ορισμούς για το τι είναι ποίηση. Ο Matthew Arnold τη χαρακτήρισε «ως την πιο τέλεια γλώσσα του ανθρώπου με την οποία γίνεται ικανός να εκφράσει την αλήθεια», ενώ ο Samuel Johnson έγραψε ότι «ποίηση είναι η τέχνη που ενώνει την ευχαρίστηση με την αλήθεια, καλώντας τη φαντασία σε βοήθεια της λογικής». Ανεξάρτητα από τους ορισμούς, όλοι αποδέχονται ότι η ποίηση είναι μια μορφή τέχνης η οποία προσφέρει αισθητική απόλαυση, ευχαρί στηση, «επαύξηση της ζωής» όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Τ.S. Eliot.

Σήμερα στην τεχνοκρατική και μηχανοποιημένη κοινωνία που ζούμε, βιώνουμε καθημερινά την απουσία μαγικών στοιχείων, πραγμάτων καθαρά ποιητικών που θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να εκλεπτύνουν την ευαισθη σία μας, να καλλιεργήσουν και να οξύνουν τη σκέψη μας. Η μύηση του μι κρού παιδιού στον έντεχνο λόγο πρέπει να κατέχει πρωτεύουσα θέση ανά μεσα στις ποικίλες δραστηριότητές του, γιατί ο έντεχνος λόγος είναι μέσο γλωσσικής αγωγής. Η ποίηση είναι παιχνίδι λεκτικό και τα παιδιά έχουν ανάγκη να παίξουν και να πράξουν με το λόγο για να ευρύνουν τη σκέψη τους. Οι διαφορετικές αποχρώσεις στον ποιητικό λόγο διευρύνουν όπως λέει η ποιήτρια Θ. Χορτιάτη «την προσπάθεια του παιδιού να δει, να ερμηνεύσει και να δεχθεί το γύρω κόσμο, ενώ του αφήνονται περιθώρια και για τις δικές του επεμβάσεις, προτάσεις για να φτιάξει στη φαντασία του το δικό του όραμα του κόσμου» (Χορτιάτη, 1998).

Η ύπαρξη λαϊκών ποιημάτων και τραγουδιών για παιδιά σε κάθε χώρα αποδεικνύει ότι η ποίηση είναι η πρώτη πνευματική τροφή των παιδιών. Τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα που ακούν τα μικρά παιδιά από την κού νια έχουν μουσικότητα και ποιητικούς ρυθμούς και διακρίνονται για τη σα φήνεια, τη συντομία και την πλούσια γλώσσα τους. Η πρώτη γνωριμία του παιδιού με την ποίηση μπορεί λοιπόν να είναι ευχάριστη, όταν πρόκειται για ακούσματα που μιλούν στον κόσμο του παιδιού με φαντασία, λυρισμό, απλό τητα και χιούμορ.

Το παιδί όπως και ο ποιητής έχουν την ικανότητα να εκπλήσσονται και να θαυμάζουν αυτά που βλέπουν γύρω τους. Ο Ρώσος ποιητής, πεζογράφος, κρι τικός και μεταφραστής Κ. Τσουκόφσκι (1882-1969) στο γνωστό βιβλίο του Από τα δύο ως τα πέντε, μιλά για την εξερευνητική διάθεση των παιδιών στο χώρο της γλώσσας (Κουλουμπή - Παπαπετροπούλου, 1988). Αναφέρεται στις γλωσσικές κατακτήσεις του παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, στην έμφυτη ποιητική του αίσθηση, στη στιχοπλαστική του ικανότητα, στη σημασία των έμμετρων παραδοξολογημάτων, στο λαϊκό παραμύθι και τέλος στα στοι χεία εκείνα που θεωρούνται απαραίτητα για την παιδική ποίηση. Απευθύνει επίσης συμβουλές σε όσους επιθυμούν να γράψουν ποίηση για μικρά παιδιά. Έτσι προτείνει ποιήματα με πλούσια εικονοπλασία και δράση, εναλλαγή μέ τρων, ευκολοπρόφερτους συνδυασμούς φωνηέντων και συμφώνων, συχνό τερη χρήση ρημάτων αντί επιθέτων. Τονίζει ακόμα ότι οι ποιητές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες των παιδιών όταν γράφουν και βαθμιαία να φέρνουν τα παιδιά σε επαφή με τις ιδέες και αντιλήψεις των ενηλίκων, καλ λιεργώντας την κατανόηση, εκτίμηση και αγάπη για τους ποιητές.

Σήμερα η Παιδική Λογοτεχνία και κατ’ επέκταση και η παιδική ποίηση έχει απλωθεί θεματολογικά σε πάρα πολλούς χώρους (Αναγνωστόπουλος, 1987. Σακελλαρίου, 1990). Επηρεασμένη από τα ρεύματα του μεσοπολέμου που κυριάρχησαν στην κεντρική Ευρώπη, έχει κάνει ανοίγματα και προς το εξωλογικό και παράλογο δίνοντάς μας κάποια σχετικά δείγματα που είναι γνωστά ως λίμερικς. Οι θεματικοί πυρήνες της ελληνικής παιδικής ποίησης είναι: ο μύθος, το θρησκευτικό βίωμα, ο πατριωτισμός, το παιδί στην οικογέ νεια, στο σχολείο, το παιδί σαν αυτόνομη ύπαρξη, το παιδί και η κοινωνία, ο φυσικός κόσμος, το πολιτιστικό περιβάλλον και ο τεχνικός πολιτισμός, θέ ματα που σχετίζονται με την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών και τέλος ο αφασικός λόγος με τα λίμερικς, που είναι ποιήματα σουρεαλιστικά, πρωτο ποριακά στο ύφος και συνήθως με σταθερή μορφή, όπου ανταμώνεται το λο γικό με το παράλογο και το πιθανό με το απίθανο.

Μια έρευνα των Αναγνωστόπουλου - Δελώνη (1987) για τη μεταπολεμική ποίηση μάς έδειξε ότι θεματολογικά την πρώτη θέση κατέχουν ποιήματα που αναφέρονται στη φύση σε ποσοστό 30,56%, τη δεύτερη τα παιδοκεντρικά με ποσοστό 18,43%, την τρίτη τα κοινωνικά με ποσοστό 14,43%, την τέταρτη τα θρησκευτικά με ποσοστό 10,36% και ακολουθούν οι άλλες κατηγορίες ποιη μάτων. Γενικά θα λέγαμε ότι η ποίηση μετά το 1970, όπως και όλη η Παιδική Λογοτεχνία γενικότερα, εμφανίζεται ανανεωμένη με νέα θέματα, προβλημα τισμούς, νέες έννοιες και λέξεις. Παρακολουθεί τα μηνύματα της εποχής και παρουσιάζει ένα γενικότερο προβληματισμό γύρω από ελληνικά και παγκό σμια θέματα που μας απασχολούν, όπως βία, ειρήνη, αδικία, καταναγκασμό, μηχανοκρατία κ.ά. Απομακρύνεται πια από τα στενά εθνικά πλαίσια και αντιμετωπίζει τα προβλήματα που μας απασχολούν ως πανανθρώπινα.

Ο Β. Αναγνωστόπουλος (1987, 108-9) μελετώντας την ποίηση για παιδιά στη μεταπολεμική περίοδο για λόγους πρακτικούς, όπως αναφέρει, τη χώρισε σε τρεις περιόδους. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της πρώτης περιόδου (1945-1958) είναι οι: Μιχαήλ Στασινόπουλος, Βασίλης Ρώτας, Στέλιος Σπεράντζας κ.ά. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της δεύτερης περιόδου (1958-1970) είναι οι: Γιώργος Κρόκος, Παύλος Κριναίος, Ρίτα Μπούμη - Παπά, Χάρης Σακελλα ρίου κ.ά. Κυριότεροι εκπρόσωποι της τρίτης περιόδου (1970-1985) είναι οι: Ρένα Καρθαίου, Θέτη Χορτιάτη, Δημήτρης Μανθόπουλος, Ντίνα Χατζηνικο λάου, Νίκος Κανάκης κ.ά.

Τα παιδιά πρέπει να έρχονται σε επαφή με την ποίηση από πολύ νωρίς, προτού ακόμα μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Μπορούν να αρχίσουν τη γνωριμία τους με την ποίηση ακούγοντας αρχικά, όπως προαναφέραμε, τα εξαιρετικά νανουρίσματα και ταχταρίσματα από τη μαμά ή τη γιαγιά τους.

Στο Νηπιαγωγείο επίσης η ποίηση θεωρείται ένα από τα μέσα για την αι σθητική και γλωσσική καλλιέργεια των παιδιών. Με την ποίηση το παιδί θα απελευθερώσει τη φαντασία του, θα συνδεθεί με το άμεσο περιβάλλον, θα πλουτίσει τον εσωτερικό του κόσμο, θα βοηθηθεί στη γλωσσική του ανάπτυξη και τη δημιουργική του έκφραση και μέσα «από τα παιχνιδίσματα της γλώσ σας, από σπιθίσματα πνεύματος και τη φαντασμαγορία των ποιητικών εικό νων» (Χορτιάτη, 1998) θα αισθανθεί την ποιητική απόλαυση.

Ωστόσο πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ποίηση δεν έχει στο Νηπιαγωγείο τη θέση που θα έπρεπε. Οι περισσότεροι Νηπιαγωγοί αποφεύγουν να εντά ξουν στις καθημερινές τους δραστηριότητες τον ποιητικό λόγο. Η ποίηση χρησιμοποιείται περισσότερο ευκαιριακά και επετειακά με πιο συνηθισμένη σχέση μεταξύ παιδιού και ποιήματος την αποστήθιση. Έρευνες (Παρθενίου & Καρακίτσος, 1996. Σαρλή, 1997) αποδεικνύουν ότι η ποίηση δεν έχει βρει ακόμα σταθερή θέση στο χώρο του Νηπιαγωγείου. Ενώ χρησιμοποιούνται πολύ συχνά τα παραμύθια και οι μικρές ιστορίες, η ποίηση χρησιμοποιείται σπάνια ή και καθόλου. Η περιορισμένη παρουσία της ποίησης στο χώρο του Νηπιαγωγείου οφείλεται αρχικά στην ελλιπή θεωρητική κατάρτιση και μεθο δολογία των εκπαιδευτικών. Ας μη ξεχνάμε ότι ακόμα και σήμερα το μεγαλύ τερο ποσοστό των εν ενεργεία Νηπιαγωγών δεν έχει σχεδόν καμία κατάρτιση στον ευρύτερο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας. Έτσι η όποια προσέγγιση στο συγκεκριμένο τομέα γίνεται διαισθητικά ή σύμφωνα με προσωπικά εν διαφέροντα και αναζητήσεις. Μόνο αν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί ευαισθητο ποιηθούν και συγκινηθούν από τον ποιητικό λόγο, θα θελήσουν να μοιρα στούν τα συναισθήματά τους με τα παιδιά και θα συνειδητοποιήσουν τον κα θοριστικό ρόλο που η ποίηση μπορεί να παίξει στη συγκρότηση της προσωπι κότητας του ανθρώπου. Η αγάπη και το ενδιαφέρον για την ποίηση μπορεί να καλλιεργηθεί από τη νηπιακή ηλικία.

Πείραμα σε νηπιαγωγεία (Τσιλι μένη, 1990. Παπανικολάου & Τσιλιμένη, 1992)) έδειξε ότι η καθημερινή επαφή του παιδιού με την ποίηση αυξάνει σταδιακά το ενδιαφέρον γι’ αυτό το είδος του έντεχνου λόγου. Στο Νηπιαγωγείο έχουμε πολλές ευκαιρίες για να καλλιεργήσουμε αυτή την επαφή. Ο εμπλουτισμός της σχολικής βιβλιοθή κης μας με ποιήματα, λίμερικς, παιχνιδόλεξα (Αναγνωστόπουλος, 1988), κα σέτες με μελοποιημένα ποιήματα μπορεί να αποτελέσει αφετηρία γι’ αυτή την προσέγγιση. Η ύπαρξη της βιβλιοθήκης σε κάποια γωνιά της αίθουσας εμπλουτισμένη με επιλεγμένα βιβλία από τη Νηπιαγωγό και διακοσμημένη με καλαισθησία θα μπορούσε να γίνει πόλος έλξης για τα μικρά παιδιά.

Όλα σχεδόν τα παιδιά έχουν μια έμφυτη αγάπη για την ποίηση, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν το νόημά της. Ελκύονται όμως και χαίρονται με το ρυθμό, τις ρίμες και τη μουσικότητα των στίχων. Αν και επικρατεί η πεποί θηση ότι ο αυστηρά δομημένος στίχος αρέσει περισσότερο στα μικρά παιδιά (Ροδανάκη, 1988), και μοντέρνες μορφές ποίησης μπορούν να δοκιμαστούν και να εξοικειώσουν τα παιδιά με τις σύγχρονες φόρμες. Τα ποιήματα που επιλέγουμε για το Νηπιαγωγείο πρέπει να είναι απλά, σύντομα, κατανοητά και ρυθμικά για να ικανοποιούν την ανάγκη του παιδιού για κίνηση και δράση. Ποιήματα από το λαϊκό μας πολιτισμό και την παραδοσιακή μας ποί ηση περιέχουν αυτά τα στοιχεία και συγκινούν το παιδί. Το παιδί, επειδή αναπτυξιακά βρίσκεται στο στάδιο που κυριαρχεί ο εγωκεντρισμός της σκέ ψης, ο ανιμισμός, ο ανθρωπομορφισμός γοητεύεται επίσης από ποιήματα με πρωταγωνιστές ζώα. Τέλος, του αρέσουν ποιήματα που αναφέρονται σε προ σωπικά του βιώματα, ενώ διασκεδάζει με χιουμοριστικά ποιήματα, όπως τα λίμερικς ή τα παιχνιδόλεξα, που προσφέρουν σύγχρονες ευκαιρίες για αξιο ποίηση της γλώσσας και διέγερση της φαντασίας, όπως προτείνει και ο μεγά λος παιδαγωγός Τζιάνι Ροντάρι.

Ο πιο κατάλληλος τρόπος για να φέρουμε τα παιδιά σε επαφή με την ποί ηση είναι η απαγγελία, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η ανάγνωση ενός ποιήματος. Η απαγγελία όμως διαθέτει το στοιχείο της αμεσότητας και δη μιουργεί μια ζεστή ατμόσφαιρα. Η απομνημόνευση δεν πρέπει σε καμία πε ρίπτωση να επιβάλλεται. Η συχνή απαγγελία ή ανάγνωση ενός ποιήματος συνεπικουρούμενη με την ευκολία απομνημόνευσης που διαθέτει το μικρό παιδί θα συντελέσει φυσικά και αβίαστα στη συγκράτηση λέξεων, φράσεων, νοημάτων ή εικόνων, ενώ θα κεντρίσει και τη συμμετοχικότητα του παιδιού με τη συναπαγγελία κάποια στιγμή από όλη την ομάδα. Με αυτό τον τρόπο ασκείται η μνήμη, εμπλουτίζεται η γλώσσα, ενώ συγχρόνως αφυπνίζεται και η ψυχή του.
Μετά την απαγγελία του ποιήματος μπορούμε να οργανώσουμε δραστη ριότητες (Τσιλιμένη, 1994. Κουλουμπή, 1988. Χορτιάτη, 1998) που βοηθούν τα παιδιά να προσεγγίσουν το ποίημα με ένα διαφορετικό τρόπο, που οδηγεί από τη μια πλευρά στην αφομοίωση λέξεων, φράσεων, εικόνων, ενώ από τη άλλη στη δημιουργική έκφραση. Η περιγραφή εικόνων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγγελίας και η έκφραση των συναισθημάτων τους είναι μια πρώτη προσέγγιση. Τα παιδιά στη συνέχεια μπορούν να παίξουν με τους ήχους και τις λέξεις του ποιήματος. Να αντικαταστήσουν δηλαδή λέξεις ή γράμματα, να αλλάξουν τον τονισμό, να το απαγγείλουν σοβαρά, αστεία, περίεργα, να εντοπίσουν την ομοιοκαταληξία, τα συνώνυμα, τα αντίθετα, τα υποκοριστικά, τις σύνθετες λέξεις. Τα παιχνιδόλεξα, τα λίμερικς και τα χιου μοριστικά ποιήματα προσφέρονται ιδιαίτερα για τέτοιου είδους προσεγγί σεις, γιατί οι στίχοι τους μπορούν να κινητοποιήσουν τα παιδιά. Ικανοποιούν λοιπόν την άποψη του Τσουκόφσκι που υποστηρίζει ότι για να θεωρηθεί ένα ποίημα παιδικό πρέπει οι στίχοι του να προσφέρονται για παιχνίδι. Ο τίτλος του ποιήματος ή ολόκληρο το ποίημα μπορεί να αξιοποιηθεί στην κατεύθυνση της δημιουργίας μικρών ιστοριών ή άλλων αυτοσχέδιων ποιημάτων. Οι εικό νες που δημιουργεί η απαγγελία ή η ανάγνωση ενός ποιήματος μπορούν να αποτυπωθούν από τα παιδιά στο χαρτί με τη ζωγραφική, το ομαδικό κολάζ ή και με πηλό. Ένα ποίημα μπορεί να μελοποιηθεί από τα παιδιά, να δραματο ποιηθεί, να γίνει παντομίμα, κουκλοθέατρο, να καταλήξει σε χορό. Σε όλες αυτές τις προσπάθειες η παρουσία της Νηπιαγωγού είναι ουσιαστική όσον αφορά την ενθάρρυνση και την επιβράβευση. Όλες αυτές οι προσεγγίσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν και να συμβάλουν καθοριστικά στην επαφή του παιδιού με τον ποιητικό λόγο, με την προϋπόθεση ότι η Νηπιαγωγός έχει πειστεί για τη συμβολή της ποίησης στη διαμόρφωση τόσο του συναισθηματι κού όσο και του διανοητικού κόσμου του παιδιού.

Είναι φανερό λοιπόν ότι η ποίηση μπορεί να βοηθήσει σημαντικά με τη συγκινησιακή της γλώσσα και το έργο της εκπαίδευσης. Η προσπάθεια για ποιητική δημιουργία μέσα στην τάξη οδηγεί στη βαθιά κατανόηση της δη μιουργίας μέσα από το βίωμα και την προσωπική εμπειρία. Το παιδί ερχό μενο σε επαφή με τον κόσμο της ποίησης εκτός από απλός δέκτης μπορεί να γίνει και συνδημιουργός, γιατί ωθείται από τον ποιητή «να μετασχηματίζει μόνο του τις λέξεις που του προσφέρει σε εικόνες γεμάτες χρώμα, τρυφερό τητα, έμψυχα και άψυχα, να στήσει δηλαδή ένα κόσμο ολόκληρο με το δικό του τρόπο, θέτοντας σε λειτουργία όλες τις νοητικές, ψυχικές και αισθητικές του ικανότητες» (Τίγκα, 1988).

Βιβλιογραφία
Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (1987). Ανιχνεύσεις. Θέματα παιδικής λογοτεχνίας (σσ. 99-134): Καστανιώτης.
Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (1988). Λίμερικ και παιχνιδόλεξα. Διαδρομές,11, 200-202.
Αναγνωστόπουλος, Β. Δ., & Δελώνης, Α. (1987). Παιδική λογοτεχνία και σχολείο: Πατάκης, 79.
Κουλουμπή- Παπαπετροπούλου, Κ. (1988). Η ποίηση στο Νηπιαγωγείο: Η παιδική λογοτεχνία και το μικρό παιδί (σσ. 85-102): Καστανιώτης.
Κουλουμπή- Παπαπετροπούλου, Κ. (1988). Ο Καρνέι Τσουκόφσκι για την παιδική ποίηση. Διαδρομές, 11, 184-187.
Παπανικολάου, Ρ., & Τσιλιμένη, Τ. (1992). Η παιδική λογοτεχνία στο νηπια γωγείο: Καστανιώτης, 71-90.
Παρθενίου, Γ., & Καρακίτσος, Α. (1996). Καταγραφή της θέσης της παιδικής ποίησης στα νηπιαγωγεία 1989-1992. Διαδρομές, 44, 267-272.
Ροδανάκη, Α. (1988). Η ποίηση στο νηπιαγωγείο. Διαδρομές, 11, 199.
Σακελλαρίου, Χ. (1990). Η θεματική της ελληνικής παιδικής ποίησης. Επιθε ώρηση παιδικής λογοτεχνίας. Αφιέρωμα. Η παιδική ποίηση (σσ. 35-61): Σμυρνιωτάκης.
Σαρλή, Μ. (1997). Τι «διαβάζουν» τα νήπια; Έρευνα. Διαδρομές, 46, 129-133.
Τίγκα, Τ. (1988). Η συμβολή της ποίησης στην αισθητική αγωγή του παιδιού. Διαδρομές, 11, 195.
Τσιλιμένη, Τ. (1990). Η ποίηση στο νηπιαγωγείο (ένα πείραμα). Διαδρομές, 19, 187-189.
Τσιλιμένη, Τ. (1994). Τρόποι προσέγγισης της ποίησης στο νηπιαγωγείο. Διαδρομές, 34, 145-152.
Χορτιάτη, Θ। (1998). Λεκτική φαντασία. Η προσέγγιση της ποίησης στο σχο λείο. Διαδρομές, 51, 176, 179.*


Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Το Ζειμπέκικο του Νου...

Απαθείς πολίτες - Δούλοι Ισοβίτες




Διαβάζουμε τον κόσμο λανθασμένα
και λέμε πως μας απατά
λέει μια μεγάλη φωνή της αλήθειας.
Ο Ραμπιντραναθ Ταγκόρ.


H μόνη Πατρίδα μας δεν είναι
τα παιδικά μας χρόνια
όπως γράφτηκε σε κάποιον τοίχο
αλλά το παρόν μας
που είναι έτσι κι αλλοιώς
ο μονος χρόνος που έχουμε.

Ξεκινάμε λοιπόν πρώτα
απο τον εαυτό μας απο το σπίτι μας
κι απ'τον καθημερινό μικρόκοσμο μας.
Μετά μπορούμε να οραματιστούμε
κάτι καλύτερο και μεγαλύτερο για το όλον.!

Δηλώνω Απείθαρχη
διότι δεν ανήκω πουθενά
και δεν γουστάρω
τους δασκάλους καθοδηγητές
και την τρελλαμένη φλυαρία τους
απ'οπου κι αν προέρχονται..
Γυμνοί και μόνοι γεννιόμαστε,
γυμνοί και μόνοι πεθαίνουμε.
Στο μεσοδιάστημα
που λέμε ότι ζούμε
-αν και αμφιβάλλω με την εντελώς
Ζόμπι κατάσταση που επικρατεί,-
το σπουδαιότερο είναι όταν
στρεφόμαστε πρός τα μέσα μας
να μην ντρεπόμαστε μ'αυτό
που αντικρύζουμε
και να μην αμφιβάλλουμε
γι'αυτά που πιστεύουμε.


Η Ελευθερία είναι λένε Ουτοπία.
Ετσι θέλουν να πιστεύουν
οι φιλοτομαριστές
αυτού του κόσμου
υπερασπιζόμενοι φυσικά
τα συμφέροντα τους.
Μόνο που την έχουν
πατήσει όλοι τους.
Ο Χρόνος και ο δρόμος
σέβονται τον Ουτοπιστή και τον
ανταμείβουν εν καιρώ ανάλογα.

Δεν γνωρίζω τι θα γίνει
με τις επόμενες γενιές.
Πόσοι και αν θα παραμείνουν
απαθείς πολίτες-δούλοι ισοβίτες.
Επι του παρόντος ας συνεχίσουμε
να υπερασπιζόμαστε
όσο μπορούμε την "ουτοπία "μας
που σέβεται τη ζωή
και την κάθε στιγμή της.
Ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει.

Και το μυαλό είναι η δύναμη του.
Ένα μυαλό που δεν παίζει
παλαμάκια αλλά σκάκι.
Και στη σκακιέρα της πραγματικότητας
σαχ-ματ κάνει το ζειμπέκικο του νού
που φέρνει


πηγή:
Τρελογιάννης

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!

Στον Δάσκαλο
Του Κωστή Παλαμά

Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!

Κι ότι σ’ απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,

Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!

Χτισ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναμη μεσ’ το κορμί σου μένει, Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωμένη.

Θέμελα βάλε τώρα πιο βαθειά,

Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.

Σκάψε βαθειά.Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;

Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί

Τα βάρη που κρατάς σαν ‘Ατλαντας στην πλάτη,

Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι!




πηγή:Τρελογιάννης

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Αν.....

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhQBkARvXbpubqKVeuR6S0bwQDnR6Z-N0A8SsAgrJ4e6ZkuX2k7_QOOZQVwP2YQtCdjVyyypXc0qzA-vpS1-FzPLbrUHjM6D2-K_d7aX-2u3FrRacPD-mB4LbjdUEVANYoTldg9_BlLir8/s1600/merr.jpg


Αν τα βουνά αγαπάς, εμένα μπορείς να μ' ακούσεις.
Την ευωδιά των δασών, το τραγούδι των πουλιών,
τη δροσιά των ποταμών μπορώ να σου φέρω.
Αν τον ουρανό αγαπάς, εμένα μπορείς να μ' ακούσεις.
Στ' άσπρα μου φτερά να σε πάρω μπορώ,
στον κόσμο όλο να σε γυρίσω.
Αν τη θάλασσα αγαπάς, εμένα μπορείς να μ' ακούσεις.
Με τα γαλανά μου κύματα,
τα ολόθερμα χέρια σου μπορώ να δροσίσω.
Αν τον κόσμο αγαπάς, εμένα μπορείς να μ' ακούσεις.
Με τις ολόχρυσες του ήλιου μου ακτίνες,
για σένα τα πιο όμορφα τραγούδια μου θα πω.
Αν όλους τους ανθρώπους αγαπάς, εμένα μπορείς να μ' ακούσεις.
Σε σένα φέρνω την Αγάπη, την αδελφοσύνη, τη φιλία του κόσμου.

ΗACER GÜLER





Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ


Καβάφης μέσα από τα ποιήματά του

«Μανουήλ Κομνηνός» και στην «Εκκλησία».

Ειρήνης Α. Αρτέμη

ΜΡhil. Θεολογίας Αθήνας, υποψηφίας διδάκτορος.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στην εργασία αυτή προσπαθείται η εμβάθυνση στη μελέτη και ανάλυση δύο ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη με βάση το αντίστοιχο ιστορικό κείμενο του Νικήτα Χωνιάτου σχετικά με το θάνατο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Στόχος είναι να γίνει μία προσέγγιση στο Βυζαντινό Καβάφη και να κατανοηθεί το βαθύτερο πνεύμα της σκέψης του, που διέπει τα δύο ποιητικά του πονήματα «Μανουήλ Κομνηνός» και «Στην Εκκλησία».

Επιδίωξη είναι να παρουσιασθεί, όσο το δυνατόν καλύτερα, το πρόσωπο του Βυζαντινού Καβάφη με συνοπτική αναφορά στις επιδράσεις που δέχτηκε και σε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στα συγκεκριμένα ποιήματα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο ιστορικό περίγυρος του Καβάφη

Ο Καβάφης έζησε μεταξύ του δευτέρου μισού του δεκάτου ενάτου αιώνα (1863) έως το πρώτο μισό του εικοστού (1933). Μία αρκετά σημαντική περίοδος της ιστορίας, όχι μόνο για την Αλεξάνδρεια αλλά και για όλο τον Ευρωπαϊκό και ειδικότερα Μεσογειακό κόσμο.[1]

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης στην αυτοβιογραφία του γράφει: «Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια...».[2] Συγκεκριμένα, η μητέρα του άνηκε στους Φωτιάδες, Φαναριώτες λόγιους και μεγιστάνες στην Τουρκία.[3] Τη μνήμη αυτής της φαναριώτικης καταγωγής ο Καβάφης θέλησε με πολύ πείσμα να τη διατηρήσει, αλλιώς δεν εξηγείται πως αυτός, που γεννήθηκε και έζησε τόσα χρόνια στην Αλεξάνδρεια, γέμιζε και την κουβέντα του και τα γραπτά του με ένα σωρό ιδιωτισμούς πολίτικους.[4]

Η Αλεξανδρινή κουλτούρα με έντονα τα αισθήματα αφοσίωσης προς την κληρονομιά της πατρίδας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Καβάφη. Ο τελευταίος, μέσα από τα ποιήματά του, προσπάθησε να διαφυλάξει τον ελληνισμό με αφοσίωση και προθυμία χωρίς προσδοκία επιστροφής στην τότε Ελλάδα, αφού η γοητεία της Αλεξάνδρειας ήταν ισχυρότερη από το κάλεσμα του νόστου.[5]

Η Αλεξάνδρεια στην εποχή του Καβάφη είχε κάτι από το άρωμα της πόλεως που ήκμασε στους ελληνιστικούς χρόνους των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ήταν ένα κράμα αιγυπτιακού πληθυσμού και πολυπληθών μειονοτικών κοινοτήτων, θαυμαστό πολιτιστικό και πολιτισμικό κέντρο. Ήταν η έδρα του ομώνυμου Πατριαρχείου, που αποτελούσε μία ζωντανή παρουσία για όλους τους εκεί απόδημους Έλληνες.

Το άρωμα, όμως, της Αλεξάνδρειας της ελληνιστικής εποχής του 200 π.Χ ήταν μεθυστικότερο από το εφήμερο εκείνο της σύγχρονης πόλης του Καβάφη, ταξιδεύοντάς τον στη μακρινή αυτή εποχή και αποτελώντας την κύρια πηγή της έμπνευσής του.

Ο βίος και το έργο του Νικήτα Χωνιάτου

Ο Νικήτας Χωνιάτης θεωρείται σπουδαίος ιστορικός και χρονογράφος του 12ου και 13ου αιώνα μ. Χ. Γεννήθηκε στις Χώνες της Μ. Ασίας γύρω στο 1150. Η οικογένειά του είχε ανώτερη κοινωνική θέση και αυτό εξάγεται από το γεγονός ότι τον μικρό Νικήτα τον βάπτισε ο ίδιος ο επίσκοπος Χωνών Νικήτας. Σε ηλικία εννέα ετών πηγαίνει μαζί με το μεγαλύτερο αδερφό του Μιχαήλ στη Βασιλεύουσα, όπου λαμβάνει σπουδαία μόρφωση. Η τελευταία σε συνάρτηση με την καταγωγή του τον οδηγεί στο να αναλάβει τη θέση του αυτοκρατορικού γραμματέα στην υπηρεσία του Αλεξίου Β' η ίσως ήδη του Μανουήλ[6] και αργότερα σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τα χρόνια του αυτοκράτορα Ισαακίου Β' Αγγέλου. Εξεμέτρησε το βίο του μεταξύ του 1206 και του 1213, αφήνοντας πίσω μία χήρα και πολλά ανήλικα παιδιά.

Ο Χωνιάτης υπήρξε εξαίρετος συγγραφέας. Συνέγραψε ιστορικά, θεολογικά και ρητορικά συγγράμματα, λόγους και ποιήματα. Σημαντικότερη θέση στο έργο του κατέχει το ιστορικό του πόνημα «Χρονική διήγησις», που καλύπτει το διάστημα από το θάνατο του Αλεξίου Α' του Κομνηνού έως το 1206. Άξιο αναφοράς είναι ότι μεγάλα αποσπάσματα από το έργο αυτό βασίζονται σε αυτοψία. Ταυτόχρονα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Νικήτας γνώριζε το ιστορικό σύγγραμμα ενός άλλου σύγχρονού του ιστορικού, του Κιννάμου, που το χρησιμοποίησε, ενώ αντίθετα δεν πρέπει να έλαβε υπόψη του πρωτότυπα έγγραφα και γενικότερο αρχειακό υλικό.[7]

Η «Χρονική διήγησις» αποτελείται από είκοσι ένα βιβλία. Τα επτά είναι αφιερωμένα στη βασιλεία του Μανουήλ Α' Κομνηνού, στον Ισαάκιο τρία, στον Ανδρόνικο και στον Αλέξιο Γ' από δύο, και σε όλους τους άλλους ηγεμόνες από ένα.[8] Η διαίρεση του έργου σε βιβλία κατά βασιλείς δίδει στο πόνημα το χαρακτήρα ιστορίας των αυτοκρατόρων με πολύτιμες πληροφορίες για τα δρώμενα στην εσωτερική πολιτική και στη Βυζαντινή διπλωματία. Επιπλέον εμπεριέχει λεπτομέρειες από τις διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής των Βυζαντινών.[9] Η ενασχόλησή του με το συγκεκριμένο έργο άρχισε λίγο κατά την άνοδο του αυτοκράτορα Ισαακίου Αγγέλου στο θρόνο. Η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 είχε αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην ιστορική διήγηση του Χωνιάτου.

Ο Χωνιάτης προσπαθεί να σκιαγραφήσει τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών των περιόδων που αναφέρεται όσο πιο αντικειμενικά μπορεί. Το τελευταίο είναι αυτό που τον κάνει να διαφέρει από τους προηγούμενους ιστορικούς και χρονογράφους, οι οποίοι ενέμεναν κυρίως στα σχηματικά σωματοψυχογραφήματα. Μέσα από το έργο του διαφαίνεται η συμπάθεια που τρέφει για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνό, χωρίς όμως κανείς να μπορεί να του καταλογίσει μεροληψία στα γραφόμενά του. Αντίθετα, αποδεικνύεται αντικειμενικός κριτής, αφού τολμάει να ασκήσει κριτική τόσο στην πολιτική του αυτοκράτορα όσο και στην αξιολόγησή του ως πολεμιστή και στρατηγού.[10]

Μελετώντας κάποιος το πόνημα του Χωνιάτου είναι εύκολο να διαπιστώσει ότι ο ιστορικός έχει μία κοσμοθεωρία χριστιανική. Ταυτόχρονα όμως, εξετάζει τα γεγονότα από την οπτική γωνία της τάξης των ευγενών και μορφωμένων Βυζαντινών, της οποίας μέλος αποτελεί και ο ίδιος. Η μόρφωση που έχει λάβει γίνεται εμφανής σε ολόκληρο το έργο του, το οποίο είναι πλούσιο σε ρητορικά σχήματα, πολυάριθμες μεταφορές, μυθολογικά και ιστορικά παραδείγματα. Η γλώσσα και το ύφος του, τέλος, αποτελούν το κατεξοχήν παράδειγμα μίμησης κλασικών προτύπων για τη βυζαντινή λογοτεχνία της εποχής των Κομνηνών.[11]

Εν κατακλείδι ο Νικήτας Χωνιάτης συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ιστορικής εικόνας των πέντε δεκαετιών πριν την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 από τους Σταυροφόρους -Λατίνους. Παρουσιάζει όχι μόνο τους χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν αλλά και πολλές άλλες λεπτομέρειες που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ολοκληρωμένης τότε ιστορικής πραγματικότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

Ι. Μανουήλ Κομνηνός: α) Ο αυτοκράτορας, β) πόσο το ποίημα του Καβάφη ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα (συσχετισμός ιστορίας Χωνιάτου με το ποίημα του Καβάφη)

O Μανουήλ Κομνηνός, τέταρτος γιός του αυτοκράτορα Ανδρόνικου, ανεβαίνει στο θρόνο της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1143. Άνθρωπος με ηγετικές, στρατιωτικές και διπλωματικές ικανότητες συνεχίζει την πολιτική του πατέρα του. Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που τον απασχολούν είναι η διαμάχη Βυζαντινών και Νορμανδών. Η διένεξη αυτή γίνεται η αιτία για τη στροφή του Μανουήλ προς τη Δύση.[12] Η κυριάρχη θέση του Βυζαντίου στη λεκάνη της Μεσογείου αναγκάζουν τον αυτοκράτορα να αναλάβει ενεργό μέρος στα μέχρι τότε τεκταινόμενα, επιδιώκοντας όχι μόνο να δώσει μία λύση στο πρόβλημα με τους Νορμανδούς αλλά και να υλοποιήσει την επιδίωξη τη δική του και των προκατόχων του και να εγκαθιδρύσει παγκόσμια κυριαρχία.

Μοιράζεται μαζί με τους στρατιώτες του τις κακουχίες των πολέμων, πράγμα που τον κάνει αγαπητό στο λαό, χωρίς όμως αυτό να γίνεται κάλυμμα κάτω από το οποίο κρύβονται οι αδυναμίες και οι λανθασμένες ενέργειες του αυτοκράτορα, όπως το να παρεμβαίνει σε θεολογικά ζητήματα χωρίς να διαθέτει την κατάλληλη παιδεία για τέτοιου είδους θέματα. Αντίθετα είναι και αυτός, όπως πολλοί προκάτοχοι αλλά και διάδοχοί του, θύμα των αστρολόγων. Το γεγονός αυτό ο Νικήτας Χωνιάτης το επικρίνει με δριμύτητα και το σχολιάζει με ειρωνεία.

Στην προσπάθειά του ο Μανουήλ να πετύχει την αναστήλωση του οικουμενικού κράτους του Ιουστινιανού και του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν δίστασε να θυσιάσει ακόμη και βασικά δόγματα του ανατολικού χριστιανισμού με αντάλλαγμα την βοήθεια του Πάπα και την Ενότητα των Εκκλησιών της Δύσης και της Ανατολής.[13]

Ο Μανουήλ αγωνίστηκε με πείσμα εναντίον όλων των εχθρών της αυτοκρατορίας και αν και κατάφερε να τους καταφέρει σημαντικά χτυπήματα[14], η ασύνετη πολιτική του, τόσο σε εξωτερικά ζητήματα του κράτους όσο και σε εσωτερικά, προκαλούσε τη δημιουργία σημαντικών εχθρικών συνασπισμών. Στα χρόνια του ενισχύθηκε η στρατιωτική αριστοκρατία και οι μεγαλογαιοκτήμονες, ενώ ταυτόχρονα μεγαλύτερη υπήρξε η εξαθλίωση και η χρεωκοπία των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων.

Όσον αφορά στη στάση του Μανουήλ απέναντι στα μοναστήρια, οφείλουμε να πούμε ότι, αν και με χρυσόβουλο του 1158 απαγόρευσε την αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας, εντούτοις δεν έτρεφε ιδιαίτερη εχθρότητα γι' αυτά, αφού εγγυάται επίσημα την μοναστηριακή περιουσία και ταυτόχρονα παραχωρεί σε αυτά προνόμια και φορολογικές ελαφρύνσεις.

Ο Μανουήλ πεθαίνει το Σεπτέμβριο του 1180 ύστερα από ολιγόμηνη ασθένεια, και παρ' όλες τις προβλέψεις των αστρολόγων της αυλής του, που τον καθησύχαζαν ότι θα ζούσε πολλά χρόνια. Στο τέλος της ζωής του δείχνει, τουλάχιστον, εξωτερική μεταμέλεια για το βίο που έζησε φορώντας το μοναχικό μανδύα. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει να αποποιείται καθετί αμαρτωλό, που ταυτιζόταν με την μέχρι τώρα ζωή του.

Με όλα τα παραπάνω προσπαθείται να δοθεί μία εικόνα της προσωπικότητας του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού. Η εντύπωση που θα σχηματιστεί για το πρόσωπο του αυτοκράτορα θα βοηθήσει στην εμβαθύνση της μελέτης του αποσπάσματος της Ιστορίας του Νικήτα του Χωνιάτου και του ποιήματος του Κωνσταντίνου Καβάφη, τα οποία διαπραγματεύονται την ασθένεια και το θάνατο του Μανουήλ.

Όπως μπορεί ο αναγνώστης να διαπιστώσει, το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη με τίτλο Μανουήλ Κομνηνός βασίζεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα του Χωνιάτου, χωρίς να αποτελεί απλώς μία κακή αντιγραφή της ιστορίας. Ο ποιητής εκθέτει ένα πραγματικό γεγονός με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Το ποίημα, κατά συνέπεια, μπορεί να χαρακτηρισθεί ιστορικό, αφού δεν παραποιεί την αλήθεια, δεν την εξωραίζει αλλά την παρουσιάζει μέσα από τα μάτια ενός ποιητικού δημιουργού, του Καβάφη.

ΙΙ. Ανάλυση του ποιήματος «Μανουήλ Κομνηνός»

Πρίν αρχίσει η ανάλυση του ποιήματος παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την Ιστορία του Νικήτα Χωνιάτου καθώς και το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη προς διευκόλυνση των αναγνωστών της εργασίας μας.

Νικήτα Χωνιάτου Ιστορία - Θάνατος του Μανουήλ Κομνηνού (1143-1180)

Κατήρξατο μεν ουν τω βασιλεί τα της νόσου προ του Μαρτίου μηνός, ο δ' αυτοκράτωρ επιστάντος του Σεπτεμβρίου το ζήν εξεμέτρησεν.

Ούτος δ' αρχήθεν ου παρεδέχετο οπωσούν ως ήγγικεν εκείνω το τελευτάν, αλλ' ευ ειδέναι διετείνετο ως ενιαυτοί ζωής έτεροι δεκατέσσαρες αυτώ επιδαψιλεύονται. οι δε παντοδήλητοι αστροφάντορες και περί ερωτικά, κατ' αυτούς ειπείν, τον βασιλέα σχολάσειν απετόλμων λέγειν ανασφήλαντα της νόσου μετά βραχύ.

Αλλ' όπερ έλεγον, ο βασιλεύς, επειδή τα της νόσου επέτεινε, και γνούς έτι πλέον εντεύθεν τας του ζήν απαλειφομένας ελπίδας και οίον καθ' υγρών τυπουμένας και την προθεσμίαν ήδη ανυπεξάλυκτον, ολίγα περί παιδός Αλεξίου τοις περιεστώσι διείλεκται κεράσας οιμωγαίς τα ρήματα εκ του προοράν οίον τα μετά την εκείνου συμβησόμενα έξοδον.

Αλλά και περί της αστρονομίας υποθήκη του πατριάρχου βραχύν τινα χάρτην υπεσημήνατο προς την εναντίαν δόξαν μεθαρμοσθείς.

Τέλος δε και αυτός τη αρτηρία προσάγων την χείρα και τας κινήσεις του σφυγμού γνωματεύων βύθιόν τι στενάξας και πλήξας τη χειρί τον μηρόν το μοναδικόν σχήμα ήτησε. θορύβου δε, ως εικός, επί τω ρήματι τούτω αρθέντος και της πνευματικωτέρας αμφιάσεως εχούσης το απαράσκευον, τριβωνίου μέλανος οι περί τον βασιλέα οθενούν ευπορήσαντες περιδύουσι μεν αυτόν τα μαλακά και αρχικά άμφια, επενδύουσι δε το τραχύ της κατά θεόν πολιτείας ένδυμα, εις οπλίτην μετημειφότες πνευματικόν κράνει τε θειοτέρω και θώρακι σεμνοτέρω, τω ουρανίω στρατολογήσαντες ηγεμόνι.[15]

Μανουήλ Κομνηνός, ποίημα του Κ. Π. Καβάφη

Ο βασιλεύς κύρ Μανουήλ ο Κομνηνός

μία μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου

αισθάνθηκε το θάνατο κοντά. Οι αστρολόγοι

(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν

που άλλα πολλά χρόνια θα ζήση ακόμη.

Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος

παληές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,

κι απ' τα κελλιά των μοναχών προστάζει

ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,

και τα φορεί, κ' ευφραίνεται που δείχνει

όψι σεμνήν ιερέως η καλογήρου.

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,

και σαν τον βασιλέα κύρ Μανουήλ τελειώνουν

ντυμένοι μές την πίστι των σεμνότατα.

Ο Καβάφης αρχίζει το ποίημά του προσφωνώντας τον Μανουήλ κύρ και βασιλεύ. Η λέξη κύρ, κατά συγκοπή από τη λέξη κύριος. χρησιμοποιείται ως τιμητική προσηγορία ανδρών για τους οποίους αισθάνεται κάποιος μία οικειότητα. Η λέξη βασιλεύς στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει τον αυτοκράτορα. Ο ποιητής εδώ, πρώτα χαρακτηρίζει το Μανουήλ βασιλιά, αναγνωρίζοντας του το αξίωμά του, την υπεράνω απ' όλους κοινωνική θέση του, και έπειτα τον προσφωνεί κύρ, αφήνοντας να φανεί στα λόγια του μία νότα οικειότητας προς το πρόσωπο του Μανουήλ Κομνηνού, χωρίς όμως την παραμικρή έλλειψη σεβασμού απέναντι στον ανώτατο βυζαντινό άρχοντα.

Στο δεύτερο στίχο του ποιήματος ο Καβάφης συμβαδίζει με το ιστορικό απόσπασμα από το έργο του Χωνιάτου σχετικά με το μήνα Σεπτέμβριο, που ο θάνατος επισκέπτεται τον αυτοκράτορα. Ο ποιητής παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο,

μελαγχολική μέρα - αισθάνθηκε κοντά,

τις τελευταίες μέρες του Μανουήλ. Στη συνέχεια καυτηριάζει με επιτιμητικό τρόπο την ύπαρξη αστρολόγων στην αυλή του παλατιού χρησιμοποιώντας την ουσιαστικοποιημένη μετοχή οι πληρωμένοι. Εκφράζεται έτσι με έντονο τρόπο η καβαφική ειρωνεία του. Στο σημείο αυτό ευθυγραμμίζεται με την αρνητική άποψη την οποία είχε και ο ίδιος ο Χωνιάτης για τους αστρολόγους. Ο τελευταίος τους χαρακτηρίζει αστροφάντορες. Το δεύτερο συνθετικό της λέξης αστροφάντορες, φάντες έχει αρνητική σημασία, αφού σημαίνει τον απατεώνα. Οι πληρωμένοι αστρολόγοι, λοιπόν, κατά τον ποιητή αλλά και κατά τον ιστορικό ήταν ανίκανοι να προβλέψουν αληθινά γεγονότα, που θα συνέβαιναν. Αλλά έχοντας οδηγό το κέρδος τους έλεγαν στους κυρίους τους αυτά που ήθελαν να ακούσουν. Με τον τρόπο αυτό τους παραπλανούσαν και τους εγκλώβιζαν σε απατηλά πεδία δράσης και σκέψης.

Αν και οι ψευτομάντεις ισχυρίζονταν ότι ο βασιλιάς θα ζούσε πολλά χρόνια ακόμη, ο τελευταίος διαισθανόμενος το θάνατο να τον πλησιάζει

θυμάται παληές συνήθειες ευλαβείς.

Με τους όρους αυτούς ο Καβάφης μας εξηγεί ότι αυτό που κάνει ο Μανουήλ δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τον βυζαντινό κόσμο. Αντίθετα, συνηθιζόταν ο βασιλιάς ,πριν πεθάνει, να λαμβάνει το σχήμα του μοναχού, προσπαθώντας να δείξει την ταπείνωσή του, αποποιούμενος το βασιλικό ένδυμα και φορώντας το μοναχικό ράσο. Το ράσο ήταν και είναι το σύμβολο της απαρνήσεως της εκκοσμικευμένης ζωής, του συνεχούς αγώνα κατά των παθών και της αμαρτίας, αλλά και της αδιάκοπης μετάνοιας για τα αμαρτήματα τα εκούσια η τα ακούσια.

Ο Καβάφης χρησιμοποιεί το ρήμα προστάζει ίσως για να δείξει αρχικά ότι αυτή η μεταμέλεια του βασιλιά δεν ήταν εις βάθος αλλά επιφανειακή εξαιτίας του φόβου για τον επικείμενό του θάνατο. Συγχρόνως με το ρήμα προστάζει, ο ποιητής δείχνει ότι και κατά την ώρα του θανάτου ένας Μανουήλ Κομνηνός συνεχίζει να δρα:

προστάζει να φέρουν ενδύματα και τα φορεί.[16]

Η ένδυση του αυτοκράτορα με ρούχα αφιερωμένου ανθρώπου στο Θεό,

κ' ευφραίνεται που δείχνει όψι σεμνήν ιερέως η καλογήρου,

τον χαροποιεί και του κάνει ελαφρύτερο το φορτίο του θανάτου του.

Ο στίχος,

τα φορεί, κ' ευφραίνεται που δείχνει,

είναι γεμάτος από ρήματα δείχνοντας μία συνεχή κίνηση και εξέλιξη των γεγονότων, μία δύναμη, που οι ενέργειες του μελλοθάνατου Κομνηνού αποπνέουν. Τέλος, ο Καβάφης μακαρίζει όσους πεθαίνουν, όπως ο αυτοκράτορας, «ενδεδυμένοι» τη χριστιανική πίστη,

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,

και σαν τον βασιλέα κύρ Μανουήλ τελειώνουν

ντυμένοι μές την πίστι των σεμνότατα.

Οι στίχοι αυτοί έχουν γίνει η αιτία για να δημιουργηθούν διαφωνίες και αντιπαραθέσεις στους μελετητές του Καβάφη για το τι πρέσβευε ο ποιητής σχετικά με τη χριστιανική πίστη, τη χριστιανική θρησκεία. Πολλοί είναι εκείνοι, όπως ο καθηγητής Γ. Σαββίδης, που υποστηρίζουν ότι ο Καβάφης στους στίχους αυτούς εκφράζει την πεποίθησή του για τη μεταθανάτια ζωή και κρίση σύμφωνα με το διδάγματα της θρησκείας μας.[17] Άλλοι, όπως ο κ. Ε. Ν. Μόσχος,[18]τονίζει ότι ο Χριστιανισμός του Καβάφη ήταν μόνο ιστορικός και όχι βιωματικός και υπαρξιακός, επειδή στους συγκεκριμένους στίχους του ποιήματός μας δε βλέπουμε να τον βασανίζει η πραγματική λύτρωση και η εσωτερική μετάνοια του Μανουήλ. Το μόνο που ενδιέφερε τους αυτοκράτορες ήταν να προσπαθήσουν να απαλλαγούν από τις συνέπειες των άνομων πράξεων, που διέπραξαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, και φορώντας τον εκκλησιαστικό μανδύα υποκριτικά να παρουσιασθούν μεταμελημένοι μπροστά στο θρόνο του Χριστού.

Προσωπικά, θεωρούμε ότι με τους τελευταίους στίχους ο Καβάφης εκφράζει αρχικά μία ιστορική αλήθεια, η οποία λέγεται και από τον ιστορικό Χωνιάτη. Εξάλλου, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Καβάφης αρχικά κατακρίνει έμμεσα τον αυτοκράτορα, που σε όλη του τη ζωή ήταν δέσμιος των προβλέψεων των αστρολόγων, αλλά αυτό δεν του αφαιρεί τη δυνατότητα να μπορεί να πιστεύει στην ειλικρινή μετάνοια του Μανουήλ και για το λόγο αυτό να τον μακαρίζει. Κατά την άποψή μας, πιστεύουμε ότι ο Καβάφης πιστεύει ότι πρέπει να υπάρχει μεταμέλεια πριν το θάνατο. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θεωρούσε ο αλεξανδρινός ποιητής ότι η μετάνοια του ανθρώπου, η αλλαγή του νού του, του τρόπου σκέψης του πρέπει να είναι ουσιαστική δηλαδή εσωτερική, και όχι μόνο τυπική, δηλαδή εξωτερική. Στο χριστιανισμό αυτό που μετράει είναι η ουσία και όχι ο τύπος. Φυσικά, στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι περισσότεροι μελετητές του Καβάφη βασιζόμενοι τόσο στο έργο του όσο και στις πληροφορίες για τη ζωή του θεωρούν τον ποιητή άνθρωπο των τύπων και όχι της ουσίας σχετικά με τη θρησκεία. Το θέμα αυτό όμως θα έχουμε την ευκαιρία να το εξετάσουμε διεξοδικότερα σε επόμενη ενότητα της εργασίας μας, ώστε με τις πληροφορίες, που θα αποκομίσουμε, θα μπορέσουμε να εμβαθύνουμε και περισσότερο στην ανάλυση των ποιημάτων μας.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη ανάλυση του ποιήματος του Καβάφη Μανουήλ Κομνηνός, θεωρούμε ότι μέσα από το ποίημα αυτό διαφαίνεται η εναρμόνιση του ποιητή με τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστη όσον αφορά στη μετάνοια πριν από το θάνατο, ώστε να κερδίσει ο άνθρωπος την ουράνια βασιλεία. Για τον ποιητή δεν μετράει αν ο άνθρωπος πετύχει να ανέβει όλη την πνευματική κλίμακα, αλλά η ίδια η προσπάθεια μετάνοιας, ο αγώνας. Εξάλλου στόχος του είναι κάποιος να αρχίσει το ταξίδι για την πνευματική τελείωση, για την Ιθάκη.

Η Εκκλησία μας άλλωστε εύχεται για την αποφυγή αιφνιδίου θανάτου, ο οποίος θα στερήσει από τον πιστό την εκούσια δυνατότητα της μετάνοιας και μεταμέλειας για τις μέχρι τότε πράξεις του. Κλείνοντας την ενότητα αυτή αναφέρουμε και τη θεολογική άποψη ενός μελετητή του Καβάφη. Ο μελετητής αυτός είναι ο καθηγητής θεολογίας Βασίλειος Μουστάκης. Ο κ. Μουστάκης σημειώνει, ότι «τούτο το ποίημά του "Μανουήλ Κομνηνός" υποδηλοί την ενδόμυχον και ακοίμητον αποκαραδοκίαν του ποιητού δια την εντός της ορθοδόξου πνευματικότητος λύτρωσιν της ψυχής του»[19].

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Ι. Στην Εκκλησία: α) Πότε γράφτηκε; β) Επιδράσεις στον Καβάφη σχετικά με το ποίημα. γ) Ήταν ο Καβάφης Χριστιανός;

Τό ποίημα Στην Εκκλησία[20] γράφτηκε κατά την Diana Haas[21] τον Αύγουστο του 1892 και δημοσιεύτηκε είκοσι χρόνια αργότερα το 1912, αφού ξαναγράφτηκε στο μεταξύ δύο φορές, το 1901 και το 1906. Την περίοδο αυτή οι Έλληνες της Διασποράς είχαν αρχίσει να στρέφουν το ενδιαφέρον τους στο μικρό νεοελληνικό βασίλειο. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας[22] αρχίζει τις τελευταίες δεκαετίες του δεκάτου ενάτου αιώνα και των αρχών του εικοστού να φαίνεται περισσότερο εφικτό. Ίσως η ιδεολογία αυτή να επηρεάζει και τον Καβάφη κατά τη συγγραφή του ποιήματός του.

Στον πρώτο στίχο του ποιήματος ο Καβάφης ομολογεί ότι αγαπάει την Εκκλησία, την οποία θέλει όχι λειτουργικά γυμνή και απλοποιημένη, αλλά λαμπρή[23],

Την Εκκλησίαν αγαπώ - τα εξαπτέρυγά της,

τ'ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,

τα φώτα, τές εικόνες της, τον άμβωνά της.

Με καμάρι, με αληθινή υπερηφάνεια ο ποιητής μιλάει για τους Γραικούς[24]. Ο ποιητής αναφέρει την Εκκλησία ως εκκλησία των Γραικών και όχι των Ελλήνων, δείχνοντας έτσι ότι ταυτίζει τον Ελληνισμό με το Χριστιανισμό. Με τον τρόπο αυτό ίσως αποποιείται πιθανή μομφή που του είχαν προσάψει ότι δεν ήταν χριστιανός. Κατά τον Ι. Μ. Χατζηφώτη[25] ο χριστιανικός ναός, επιβίωση της βυζαντινής τέχνης και της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στις μέρες μας κεντρίζει τη φαντασία του ποιητή, που νοερά αναβιώνει με τους εξαίσιους στίχους του εικόνες και στιγμές από το βυζαντινό μας παρελθόν σε λιτή, αλλά μεστή και υποβλητική ποιητική σύνθεση.

Θα μπορούσε κάποιος να πεί ότι οι σκέψεις του ποιητή για την Εκκλησία είναι διαπιστώσεις ενός ψυχρού παρατηρητή, ενός ανθρώπου μεγαλωμένου και αναθρεμμένου μέσα στο κλίμα της Εκκλησίας και στην ατμόσφαιρά της (η καταγωγή του ας μην ξεχνούμε ήταν από παλιά φαναριωτικήν οικογένεια της Πόλης και η αγαπημένη του πολιτεία, που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, η Αλεξάνδρεια, ήταν έδρα του ομώνυμου Πατριαρχείου, που αποτελούσε μία ζωντανή παρουσία για όλους τους εκεί απόδημους Έλληνες) και δεν εκφράζουν καμία προσωπική, βιωματική μαρτυρία η εκδήλωση.[26]

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Καβάφης δεν έγραψε θρησκευτική ποίηση, για το λόγο αυτό πλανιόμαστε αν προσπαθούμε να βρούμε μέσα από το ποιητικό έργο του μία συστηματική χριστιανική Κατήχηση η Ηθική. Κατά συνέπεια, μπορούμε απλά να διαπιστώσουμε την αγάπη του ποιητή ως εύωσμο θυμίαμα, που αναδύεται μέσα από αυτό το ποίημα, για την Εκκλησία και για το ό,τι εκείνη αντιπροσωπεύει. Η Ευαγγελία Παπαχρήστου -Πάνου[27] παρατηρεί σχετικά με το συγκεκριμένο ποίημα: «Με αυτό το ποίημα ο Καβάφης δηλώνει σαφέστατα το θαυμασμό και την αγάπη του για την εκκλησία, και πηγαίνει στις βαθειές ρίζες της ορθοδοξίας μας, έτσι, καθώς στέλνει νοσταλγικά τη σκέψη του στο μεγαλείο και στην προσφορά του Βυζαντίου».

Το ερώτημα που μας βασανίζει συνέχεια είναι αν ο Καβάφης ήταν η όχι χριστιανός. Όπως προείπαμε δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Καβάφης έγραψε ποίηση και όχι θεολογία. Κατά το Μαλάνο, το πιο συστηματικό μελετητή του έργου του Καβάφη, ο τελευταίος ούτε πίστευε σε βάθος, ούτε ήταν θρήσκος.[28] Φυσικά μερικοί άλλοι μελετητές του σημειώνουν ότι ο Καβάφης ήταν άνθρωπος των τύπων, για το λόγο αυτό φορούσε και το βαπτιστικό του σταυρό στο λαιμό. Επιπλέον για τους τύπους αποφάσισε να δεχτεί στο τέλος της ζωής του, αν και όπως υποστηρίζουν δεν ήθελε, τον ίδιο τον πατριάρχη για να τον κοινωνήσει με τα Άχραντα Μυστήρια.

Κατά την ταπεινή μας άποψη, ο Καβάφης ήταν χριστιανός στην ουσία και όχι μόνο στους τύπους αλλά δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τη θρησκευόμενη αυτή πλευρά της προσωπικότητάς του εξαιτίας της σεξουαλικής του διαστροφής, της ιδιαιτερότητάς του που τον έφερνε σε «ρήξη» με τη χριστιανική διδασκαλία της εγκράτειας και της αγνότητας.[29] Ίσως τελικά αυτό το πάθος εξελίχθηκε σε τροχοπέδη για την ουσιαστική και βιωματική προσέγγιση του Χριστιανισμού από τον ποιητή.

Μελετητές του Καβάφη όπως ο Σαββίδης, ο Παπατσώνης κ.α. συγκλίνουν στην άποψη ότι ο Καβάφης υπήρξε χριστιανός και πολλές φορές η σκέψη του σχετικά με τη μεταθανάτια ζωή και κρίση είναι σύμφωνη με τα διδάγματα της θρησκείας μας.[30] Υπάρχουν όμως, και πολλοί άλλοι μελετητές που υποστηρίζουν ότι ο Χριστιανισμός του Καβάφη είναι καθαρά ιστορικός και όχι πραγματικός[31]. Όπως βλέπουμε, το θέμα του αν είναι η όχι Χριστιανός ο Καβάφης έχει και υποστηρικτές αλλά και φανατικούς αντιπάλους. Εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις και να εκθέσουμε κάποιες απόψεις για το συγκεκριμένο ζήτημα με απώτερο σκοπό την πρόσκληση ενδιαφέροντος για διεξοδικότερη έρευνα πάνω στη θρησκευτικότητα η όχι του Καβάφη.

ΙΙ. Σχολιασμός της φράσης "ένδοξός μας Βυζαντινισμός".

Ο Καβάφης υπήρξε δεινός γνώστης της Βυζαντινής ιστορίας. Δύο περίοδοι από τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τον θέλγουν περισσότερο. Η μία είναι η εποχή της λήξης της εικονομαχίας επί Ειρήνης της Αθηναίας 787 και αναστήλωσης των εικόνων κατά τα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας το 843, και η άλλη είναι η εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία πολλών ποιημάτων του, σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Παπαρηγόπουλου.[32]

Στο ποίημα του Καβάφη Στην Εκκλησία, μπορεί κάποιος να δεί πόσο ο Καβάφης έχει αφομοιώσει τη διαχρονική διδασκαλία του Παπαρηγόπουλου για την απόλυτη ενότητα του ελληνισμού αρχαίου - βυζαντινού και νεώτερου.[33] Επιστέγασμα της ιστορικής αυτής άποψης, ως προς το ένα μέρος, αποτελεί η έκφραση, «στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό» που υπάρχει στο ποίημά μας. Στο πιθανό έρώτημα που θα αναδυθεί στο νού μας, γιατί ο Καβάφης χρησιμοποιεί τη λέξη Βυζαντινισμός[34] και όχι Βυζάντιο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τον τρόπο αυτό ο αλεξανδρινός ποιητής θέλει να πετύχει δύο στόχους. Ο ένας στόχος είναι να καταφέρει να αποφορτίσει τον όρο από την αρνητική σημασία που είχε λάβει έως την εποχή του Καβάφη και ο άλλος είναι να αναδείξει τη μεγάλη σημασία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία κατάφερε και να ενώσει πολλούς ανατολικούς λαούς, αλλά και να αποτελέσει γέφυρα ένωσης και συνέχειας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον σύγχρονο ελληνικό.

Σύμφωνα με την Haas[35] η λέξη Βυζαντινισμός δεν εκφράζει μία ειρωνεία του Καβάφη απέναντι σε κάθε τι βυζαντινό, άποψη που υποστηρίζει ο Άλκης Θρύλος στο έργο του, Κριτικές Μελέτες ΙΙΙ[36]. Αντίθετα χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νοσταλγική αναπόληση ενός αισθητικού και αισθησιακού ιδανικού που ενσάρκωνε το Βυζάντιο. Στη φράση αυτή οφείλουμε να προσέξουμε τη κτητική αντωνυμία μας, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ερμηνεία της. Με την αντωνυμία αυτή ο ποιητής στο έργο του Στην Εκκλησία υπογραμμίζει την ένωσή του όχι με το Θεό αλλά με την ελληνική φυλή, το παρελθόν και την ιστορία της.

Τελειώνοντας θα δανειστούμε μία φράση από το άρθρο του Ι. Μ. Χατζηφώτη, Ο Καβάφης και το Βυζάντιο: Ο Βυζαντινισμός, ο Ελληνισμός δονούν τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του ποιητή, που άλλοτε αγάλλεται για το μεγαλείο τους και άλλοτε θλίβεται με τις πικρές ώρες της παρακμής τους.[37]

ΙΙΙ. Ο Ιωνικός και ο Βυζαντινός Καβάφης

Στην ενότητα αυτή ταυτίζουμε τον όρο Ιωνικός με τον ορθολογισμό, την ευρύτητα του πνεύματος και την αγάπη για το αρχαίο πνεύμα και κατά συνέπεια για τον αρχαίο πολιτισμό. Στον αντίποδα του όρου Ιωνικός βρίσκεται ο χαρακτηρισμός Βυζαντινός. Όρος που αρμόζει στον ιστορικό ποιητή της εποχής του Βυζαντίου, που μέσα από τα ποιήματά του διαφαίνεται η αγάπη όχι μόνο για τους ήρωες του Βυζαντίου αλλά και για τη χριστιανική πίστη.

Ο Καβάφης ερμηνεύει τους δύο αυτούς ρόλους του ιωνικού και του βυζαντινού ποιητή με μεγάλη επιτυχία. Πολλά από τα ποιήματά του αναφέρονται στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (Τα άλογα του Αχιλλέως, η κηδεία του Σαρπηδόνος, το πρώτο σκαλί κ.α.) και άλλα πάλι εξαίρουν τον ένδοξο Βυζαντινισμό και υπογραμμίζουν την ελληνικότητα της Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας (Μανουήλ Κομνηνός, Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς κ.α.). Ο ίδιος πιστεύει ότι οι Βυζαντινοί ποιητές είναι συνεχιστές των αρχαίων, Οι ποιηταί του μεσαίωνός μας δεν ήσαν μεν αντάξιοι των αρχαίων μας ποιητών, ουδέ των χαριεστάτων οπαδών της Μούσης, ους ανέδειξε παρ' ημίν ο 19ος αιών, αλλά δεν είναι άξιοι της περιφρονήσεως ην τοις εδείκνυον επί τοσούτον χρόνον οι σοφοί της Εσπερίας. Ημείς οι Έλληνες δεν τους περιεφρονήσαμεν μεν ποτέ, αλλά και δεν τους εγνωρίσαμεν. Η εύσεβής αυτή λήθη είναι καιρός να διακοπή. Οι Βυζαντινοι αοιδοί μας ενδιαφέρουσι ζωηρότατα, διότι αποδεικνύουσιν ότι η ελληνική λύρα ου μόνον δεν εθραύσθη, αλλά και ουδέποτε έπαυσεν αναπέμπουσα ήχους γλυκείς. Οι Βυζαντινοί αοιδοί αποτελούσι τον σύνδεσμον μεταξύ της δόξης των αρχαιων ποιητών και της χάριτος και των χρυσών ελπίδων των συγχρόνων.[38]

Ο Καβάφης ως ποιητής μαγεύεται από την ιστορία του ελληνικού γένους. Την αισθάνεται ως αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς του. Συχνά φιλοσοφεί πάνω στην ιστορία, στοχαζόταν και εκφραζόταν ποιητικά μέσα από αυτήν. Για τον Αλεξανδρινό ποιητή δεν υπήρχε δίλημμα για το αν θα χαρακτήριζε τον εαυτό του ιωνικό η βυζαντινό, επειδή όπως ο ίδιος σημειώνει: «Είμαι κί εγώ Ελληνικός. Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε Ελληνίζων αλλά, Ελληνικός»[39]. Με τη φράση αυτή θεωρεί ως κληρονομιά του ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Έτσι έχει τη δυνατότητα να εναλλάσσει ρόλους ανάλογα με την ποιητική του διάθεση χωρίς όμως να προδίδει ούτε τον ειδωλολατρικό αρχαιοελληνικό κόσμο αλλά ούτε και το χριστιανικό βυζαντινό πολιτισμό. Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι ποιητής και όχι ιστορικός η θεολόγος, και σαν ποιητής κρατάει τα χαλινάρια του αλόγου που του δίνει η ποιητική αδεία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Καβάφης είναι ποιητής, και όπως κάθε ποιητής εκφράζει με το έργο του βαθύτερα πράγματα και έννοιες τις οποίες δύσκολα πολλές φορές οι αναγνώστες του κατανοούν και εμβαθύνουν.Ο αλεξανδρινός αυτός ποιητής θεωρείται ένα αμάλγαλμα ιωνικού και βυζαντινού ποιητή.

Ο Α. Καραπαναγόπουλος[40] σημειώνει πάνω στο θέμα αυτό ότι εκείνο που δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν οι μελετητές του είναι η διαφορά μεταξύ θρησκευόμενου, θρησκόληπτου, του συγκρητιστικού στοιχείου στη θρησκεία και του φανατισμού που είναι έξω από τα όρια του Χριστιανισμού και την ιστορική σημασία ορισμένων γεγονότων. Ο Καβάφης δεν είναι ειδωλολάτρης είναι ιστορικός ποιητής, μελετητής και όχι ιεροκήρυκας. Η ματιά του ήταν ελληνική και ταυτόχρονα ευρωπαϊκή.

Ο Καβάφης είχε τη ευτυχία να αγαπήσει τη συγγραφή και να μπορέσει να γίνει εραστής της ποίησης. Το έργο του θελκτικό και απαράμιλλο του έδωσε μία αιώνια θέση δόξας και τιμής στον κόσμο των ποιητών. Μέσα από τα ποιήματά του παίρνουν μορφή και κρίνονται για τις ενέργειές του, όχι μόνο ειδωλολάτρες αλλά και χριστιανοί.

Ο Μιχάλης Στασινόπουλος γράφει ότι ποτέ η ποιητική αλήθεια δεν ενεφανίσθη με τρόπο τόσο αμείλικτα καθολικό, τόσο αναπανόρθωτα πειστικό... Στα πιο πολλά του ποιήματα, βρίσκει κανείς τον πυρήνα ενός αποφθέγματος. Το απόφθεγμα, απόσταγμα σκέψης και ζωής, σφραγίζει τη φωνή, σφραγίζει τη σκέψη, με τη σφραγίδα της σιωπής. Με το απόφθεγμα έχουν ειπωθεί όλα, μετά απ' αυτό δε βολεί να πεί κανείς τίποτε.[41]

Στην εργασία αυτή έγινε προσπάθεια να αναλυθούν τα δύο ποιήματα του Καβάφη, «Μανουήλ Κομνηνός» και «Στην Εκκλησία». Στόχος ήταν να δείξουμε το βαθύτερο νόημα των γραφομένων του αλεξανδρινού διανοούμενου, χωρίς προσπάθεια ένδειξη δοκησοφίας. Είναι δύσκολο να εμβαθυνθούν οι σκέψεις και τα λεγόμενα ενός ανθρώπου και πόσο μάλλον όταν ο άνθρωπος αυτός είναι ο μορφωμένος και «πολύπλευρος» Καβάφης. Προσπαθήθηκε να δοθεί το φως που κρύβεται σε κάθε στίχο των ποιημάτων του, κατανοώντας ότι αυτό έμοιαζε πολλές φορές με λαβύρινθο. Ελπίδα είναι μέσω της εργασίας αυτής να φάνηκαν μερικά ικανοποιητικά ψίγματα από την καβαφική ποίηση και τα νοήματα που κρύβονται μέσα της. Άλλωστε ο μελετητής του Καβάφη θα πρέπει πάντα να έχει στο νού του τα λόγια του ίδιου του ποιητή: «Ο τεχνίτης οφείλει να καταστρέψει το άτομόν του χάριν του έργου του».[42]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • ¨ Αλιθέρσης, Γ., Το Πρόβλημα του Καβάφη, Αλεξάνδρεια 1934.
  • ¨ Άντον, Τ., Η Ποίηση και η Ποιητική του Κ. Π. Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2000.
  • ¨ Βαλέτα, Γ., «Καβάφης ο Αντιοχεύς», Πειραϊκά Γράμματα, τ. 3ος, 1943.
  • ¨ Chalandon, F., Les Comnènes ΙΙ, Paris 1912
  • ¨ Γιαλούρη, Α., «Ο Καβάφης και το Βυζάντιο», Πνευματική ζωή, τ. 25-26, 1938.
  • ¨ Δάλλα, Γ., Καβάφης και Ιστορία, Αθήνα 1974.
  • ¨ Δημαρά, Θ. Κ., «Τεχνική της έμπνευσης στα ποιήματα του Καβάφη.», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1956.
  • ¨ Του ιδίου, «Περί Καβάφη», Εφ. το Βήμα, 5 Σεπτεμβρίου 1969.
  • ¨ Φειδά, Ι. Β., Εκκλησιαστική Ιστορία Α', Αθήνα 1990.
  • ¨ Haas, D., «"Στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό": σημειώσεις για ένα στίχο του Καβάφη», Διαβάζω αφιέρωμα.
  • ¨ Της ιδίας, «Cavafy's Reading Notes on Gibbon's Decline and fall» Folia Neohellenica, τ. 4, 1982.
  • ¨ Hunger, H., Βυζαντινή Λογοτεχνία - Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τ. Β., μτφρ. Τ. Κόλιας, Κ. Συνέλλη, Γ. Μακρής, Ι. Βάσσης, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 20013.
  • ¨ Χρηστίδη, Φ. Β., Ο καβάφης και το Βυζάντιο, Αθήνα 1958.
  • ¨ Καβάφη, Π. Κ., Πεζά, Παρουσίαση - Σχόλια Παπουτσάκη Γ., εκδ. Φέξη, Αθήνα 1963.
  • ¨ Καρακάση, Σ., Ο Καβάφης, εκδόσεις Δίρφος, Αθήνα 19782.
  • ¨ Καραπαναγοπούλου, Α., Ο Κ. Π. Καβάφης ήταν Χριστιανός, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννινα 1993.
  • ¨ Κατράρο, Α., Ο φίλος μου ο Καβάφης, μτφρ. Αριστέα Ράλλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1970.
  • ¨ Κόμη, Α., Κ. Π. Καβάφης, Κέρκυρα 1935.
  • ¨ Κρίσπη, Μ., Κ. Π. Καβάφης, Αθήνα 1956.
  • ¨ Λαδιά, Ε., Άρθρα για την καβαφική ποίηση, εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 19752.
  • ¨ Λιβαδάρα, Α. Ν., «Ο Καβάφης και η Βυζαντινή ποίηση», Παρνασσός, τ. ΛΗ, 1996.
  • ¨ Μαλάμου, Τ., Ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης. Ο άνθρωπος και το έργο του, εκδόσεις Δίρφος, Αθήνα 19573.
  • ¨ Του ιδίου, Καβάφης 2, εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1963.
  • ¨ Του ιδίου, Καβάφης 3, εκδόσεις Αργώ, Αθήνα 1978
  • ¨ Μητσάκης, Κ., «Ο Κ. Π. Καβάφης και η παρακμή του δυτικού κόσμου», Ευθύνη -αφιέρωμα.
  • ¨ Μόσχου, Ν. Ε., «Ο Χριστιανισμός και ο Καβάφης», Κριτικά φύλλα, τ. 6ος, Αθήνα 1978.
  • ¨ Παπαχρήστου - Πάνου, Ε. Το Χριστιανικό βίωμα του Κ. Π. Καβάφη, εκδόσεις Ιωλκός.
  • ¨ Πιερή, Μ., «Ο Καβάφης και η ιστορία», Ο Πολίτης, τ. 62, 1983.
  • ¨ Πούλη, Σ., πρωτοπρεσβυτέρου, Οι θρησκευτικές αντιλήψεις του ποιητή Κ. Π. Καβάφη, εκδόσεις Γκοβόστη.
  • ¨ Σαββίδη, Π. Γ., « Περί εκκλησίας και θεάτρου», ανάτυπο, Αθήνα 1963.
  • ¨ Σαρεγιάννη, Α. Ι., Σχόλια στον Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος.
  • ¨ Θέμελη, Γ., Η ποίηση του Καβάφη, διαστάσεις και όρια. Δοκίμιο για μία βαθύτερη θεώρηση, Θεσσαλονίκη 1970.
  • ¨ Θρύλου, Α., Κριτικές Μελέτες ΙΙΙ, Αθήναι 1925.



[1] Ὅπως χαρακτηριστικά ὑπογραμμίζει ὁ Τίμος Μαλάνος, ὁ πιό συστηματικός μελετητής τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη, στά Συμπεράσματα τοῦ ἔργου του «Ὁ ποιητής Κ. Π Καβάφης» ἡ ζωή τοῦ ποιητῆ περνάει μέσα ἀπό τρεῖς σημαντικές περιόδους -τήν πρό τοῦ 1900, τήν πρό τοῦ 1914 καί τή μεταπολεμική.

Ἡ περίοδος πρό τοῦ 1900 εἶναι μία ἐποχή θαυμαστῆς πνευματικῆς εὐφορίας τόσο στόν τομέα τῆς πνευματικῆς δημιουργίας, ὅσο καί στόν τομέα τῆς ἐπιστήμης.. Οἱ Ἕλληνες τῆς Διασπορᾶς καί κυρίως τῆς Ἀλεξάνδρειας ἔχουν μεγάλη οἰκονομική δύναμη, πρωτοστατώντας ὄχι μόνο στό ἐμπόριο ἀλλά καί στή γενικότερη πνευματική ἀνάπτυξη.

Ἡ ἑπόμενη περίοδος πρό τοῦ 1914 σημαδεύεται ἀπό τήν ἀποικιακή ἐξάπλωση τῶν βιομηχανικά ἀναπτυγμένων κρατῶν. Ἐνῶ ἡ περίοδος ἀπό τό 1914 καί ἑξῆς συνταράσσεται ἀπό τόν Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τίς ὀδυνηρές συνέπειές του καί σφραγίζεται ἀπό τά μεταπολεμικά καί μεσοπολεμικά χρόνια.

[2] πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἰ. Πούλη, Οἱ Θρησκευτικές Ἀντιλήψεις τοῦ Ποιητῆ Κων. Π. Καβάφη, ἐκδόσεις Γκοβόστη, σ. 9.

[3] Ἰ. Ἀ. Σαρεγιάννη, Σχόλια στόν Καβάφη, ἐκδόσεις Ἴκαρος, σ. 46.

[4] Αὐτόθι.

[5] Τζών Ἄντον, Ἡ Ποίηση καί ἡ Ποιητική τοῦ Κ. Π. Καβάφη, ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 2000, σ. 42.

[6] Herbert Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία - Ἡ λόγια κοσμική γραμματεία τῶν Βυζαντινῶν, τ. Β., μτφρ. Τ. Κόλιας, Κ. Συνέλλη, Γ. Μακρής, Ἰ. Βάσσης, ἐκδόσεις ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 20013, σ. 266.

[7] F. Chalandon, Les Comnène ΙΙ, Paris 1912, p. 26.

[8] Herbert Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία - λόγια κοσμική γραμματεία τῶν Βυζαντινῶν, τ. Β., μτφρ. Τ. Κόλιας, Κ. Συνέλλη, Γ. Μακρής, Ἰ. Βάσσης, ἐκδόσεις ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 20013, σ. 267.

[9] Αὐτόθι, σ. 270.

[10] Αὐτόθι, σ. 273.

[11] Αὐτόθι, σ. 276.

[12] Ὁ Georg Ostrogorsky στόν Γ' τόμο τοῦ ἔργου του Ἱστορία τοῦ βυζαντινοῦ κράτους, σ. 47 σημειώνει ὅτι Μανουήλ ἦταν χαρακτηριστικός τύπος τοῦ δυτικοῦ ἱππότη σέ βαθμό πού νά ἐνσαρκώνει ἕνα νέο τύπο ἡγέτη στή βυζαντινή ἱστορία. Στό προσωπό του βλέπει κανείς καθαρά τή βαθειά ἐπιρροή πού εἶχαν ἀσκήσει οἱ σταυροφόροι στόν βυζαντινό κόσμο. Ἀγαποῦσε τά δυτικά ἔθιμα καί τά μιμήθηκε στήν αὐλή του. Ἐπίσης οἱ δύο γάμοι του με δυτικές πριγκίπισσες συνέβαλαν στά νά ἀποκτήσει πρωτεύουσα μιά καινούργια ὄψη. μεγαλειώδης πολυτέλεια τῆς ἀνατολικῆς νοοτροπίας παραχώρησε τή θέση της στήν ἀνάλαφρη, ἱπποτική κομψότητα δυτικοῦ τύπου.

[13] Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά κάνουμε μία συνοπτική ἀναφορά στό σχίσμα μεταξὐ τῆς Δυτικῆς καί Ἀνατολικῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Τό ὁριστικό σχίσμα μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἔγινε τό 1054. Ἦταν τό ἀποτέλεσμα μίας μακράς κρίσεως μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως πού ἄρχισε τόν Ε' αἰώνα, κορυφώθηκε τόν 9ο αἰώνα μέ τό πρόσχημα τῆς κανονικῆς ἐκλογῆς τοῦ πατριάρχου Φωτίου (863-867), ἡ ὁποία ἀμφισβητήθηκε ἀπό τόν πάπα Ρώμης Νικόλαο καί ὁλοκληρώθηκε τό 1054. Αἴτια τοῦ σχίσματος ἦταν ἡ ἐπιμονή τῶν Δυτικῶν ἱεραρχῶν στό filioque, δηλαδή στό λανθασμένο «δόγμα» ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται προαιώνια ἀπό τόν Πατέρα ἀλλά καί ἀπό τόν Υἱό. Τό ὀρθό δόγμα εἶναι ὅτι τόἍγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀχρόνως μόνο ἀπό τόν Πατέρα (ὑποστατικό ἰδίωμα) καί κάποια συγκεκριμένη ἐν χρόνῳ στιγμή ἀπό τόν Υἱό. Ἄλλα αἴτια ἦταν ἡ ἴδρυση τοῦ παπικοῦ κράτους, τῆς φραγκικῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Καρλομάγνου καθώς καί τό παπικό πρωτεῖο πού ἐπιδίωκε διακαώς ὁ πάπας.

[14] Πολέμησε μέ τούς Νορμανδούς ἀντιμετωπίζοντας τόν ἡγεμόνα τους Ρογῆρο καί ἀργότερα τούς διαδόχους του, πετυχαίνοντας κάποιες νίκες ὅμως στό τέλος μέ τή συνθήκη τοῦ 1158 μεταξύ Μανουήλ καί Γουλιέλμου ἀναγκάζεται ὁ πρῶτος νά παραδώσει ὅ,τι κατεῖχε στήν Ἰταλία. Πολεμάει καί κατατροπώνει τόν ἡγεμόνα τῆς Μικρᾶς Ἀρμενίας Τερόζη καί τό σύμμαχό του ἡγεμόνα τῆς Ἀντιοχείας Ρενάλδο. Γνωρίζει μεγάλη πανωλεθρία στή μάχη τοῦ Μυριοκεφάλου, μέ ἀποτέλεσμα τό Βυζαντινό κράτος νά γίνει ἕρμαιο τῆς πολιτικῆς τοῦ Φρειδερίκου Α᾿.

[15] Ἡ ἀπόδοση τοῦ ἀποσπάσματος στά νέα ἑλληνικά: Ἄρχισε λοιπόν, ἡ ἀσθένεια τοῦ βασιλιά πρίν ἀπό τό μῆνα Μάρτη καί ὁ βασιλιάς μόλις μπῆκε ὁ Σεπτέμβριος πέθανε. Αὐτός ὅμως ἀρχικά δέν παραδεχόταν καθόλου, ὅπως ὅλοι, ὅτι τόν πλησιάζει ὁ θάνατος, ἀλλά ἔλεγε πώς ἄλλα δεκατέσσερα χρόνια ζωῆς τοῦ ἀπομένουν. (αὐτά τοῦ τά ἔλεγαν οἱ ἀστρολόγοι). Καί οἱ ἀστρολόγοι, πού ἐρχόντουσαν ἀπό διάφορα μέρη, ὅπως τό ἔλεγαν αὐτοί, τολμοῦσαν νά λένε ὅτι ὁ βασιλιάς θά ἀσχοληθεῖ καί μέ ἐρωτικές ὑποθέσεις, ὅταν θά γίνει καλά ἀπό τήν ἀσθένεια.

Ἀλλά ὅπως ἔλεγα, ὁ βασιλιάς, ἐπειδή ἡ ἀρρώστια χειροτέρευε, καί ἐπειδή ἀπό αὐτό τό γεγονός κατάλαβε ὅτι χάνονται οἱ ἐλπίδες πώς θά ζήσει, καί ἦταν σάν νά γράφονται στήν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ, καί ἡ προθεσμία τοῦ θανάτου του ἦταν πιά ἀναπόφευκτη λίγα λόγια εἶπε στούς γύρω του σχετικά μέ τό γιό του τόν Ἀλέξιο, συνοδεύοντας τά λόγια του μέ δάκρυα, ἐξαιτίας του σάν νά προέβλεπε αὐτά πού θά συμβοῦν /θά συνέβαιναν μετά τό θάνατο ἐκείνου.

Μέ τήν παραίνεση τοῦ Πατριάρχη ὑπέγραψε ἕνα μικρό κείμενο, ἀφοῦ μεταστράφηκε στήν ἀντίθετη ἀντίληψη (δηλαδή ἀποκήρυξε τή μανία του νά πιστεύει στούς ἀστρολόγους).

Τέλος ἔφερε τό χέρι του στήν ἀρτηρία καί ἔπιασε τό σφυγμό του. Καί ἀφοῦ ἔβγαλε βαθύ ἀναστεναγμό καί χτύπησε τόν μηρό του (δεῖγμα ἀπόγνωσης), ζήτησε νά ντυθεῖ τό σχῆμα τοῦ μοναχοῦ, καί ὅπως ἦταν φυσικό, μέ τά λόγια αὐτά δημιουργήθηκε θόρυβος στούς περιεστῶτες, καί ἐπειδή αὐτή ἡ πνευματική ἔνδυση (ἑνός μοναχοῦ) δέν βρισκόταν κάπου κοντά /ἦταν ἀπροετοίμαστοι (-αὐτοί ἀπ' τούς ὁποίους ζήτησε τό σχῆμα-) αὐτοί πού ἦταν γύρω του ἀπό κάπου τελοσπάντων, ἀφοῦ βρήκανε ἕνα μαῦρο ράσο, τόν ντύνουν μέ τά μαλακά καί ἀρχικά ἄμφια καί βάζουν ἀπό πάνω τό τραχύ ἐξωτερικό ἔνδυμα τῆς κατά Θεόν Πολιτείαν, ἀφοῦ τόν παρουσίασαν στρατιώτη πνευματικό μέ κράνος περισσότερο θεῖο καί μέ ἕνα θώρακα πού ἦταν πιό σεμνός, στρατολογώντας (μέ αὐτόν τόν τρόπο) στόν οὐράνιο ἡγεμόνα.

[16] Ἰ. Ἀ. Σαρεγιάννη, Σχόλια στόν Καβάφη, ἐκδόσεις Ἴκαρος, σ. 63.

[17] Ἐ. Ν. Μόσχου, «Ὁ Χριστιανισμός καί ὁ Καβάφης», Κριτικά φῦλλα, τ. 6ος, Ἀθήνα 1978, σ. 134.

[18] Αὐτόθι, σσ. 141-142.

[19] ΘΗΕ, Ἀθῆναι 1965, τ. 7ος, στ. 141. Πρβλ. πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἰ. Πουλή, Οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις τοῦ ποιητῆ Κ. Π. Καβάφη, σ. 86.

[20] Παραθέτουμε τό ποίημα τοῦ Καβάφη:

Στήν Ἐκκλησία

Τήν Ἐκκλησίαν ἀγαπῶ - τά ἑξαπτέρυγά της,

τ' ἀσήμια τῶν σκευῶν, τά κηροπήγιά της,

τά φῶτα, τές εἰκόνες της, τόν ἄμβωνά της.

Ἐκεῖ σάν μπῶ, μές σ' ἐκκλησία τῶν Γραικῶν·

μέ τῶν θυμιαμάτων της τές εὐωδίες,

μέ τες λειτουργικές φωνές καί συμφωνίες,

τές μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες

καί κάθε των κινήσεως τόν σοβαρό ρυθμό-

λαμπρότατοι μές στῶν ἀμφίων τόν στολισμό-

ὁ νοῦς μου πιαίνει σέ τιμές μεγάλες τῆς φυλῆς μας

στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.

[21] Diana Haas, «"Στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό": σημειώσεις γιά ἕνα στίχο τοῦ Καβάφη». Διαβάζω ἀφιέρωμα, σ. 76.

[22] Ἡ Μεγάλη Ἰδέα ἐκπορεύθηκε ἀπό τήν ἀντίληψη ὅτι τό τότε ὑπάρχον κράτος δέν ἦταν παραμία ἡμιτελής κατασκευή, τά θεμέλια γιά νά μπορέσει ἡ Ἑλλάδα νά γίνει ἡ χώρα τῶν δύο ἡπείρων καί τῶν τριῶν θαλασσῶν.

[23] Ἀλέκου Καραπαναγοπούλου, Ὁ Κ. Π. Καβάφης ἦταν Χριστιανός; ἐδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα - Γιάννινα 1993, σ. 61.

[24] Ἀρχικά Γραικούς χαρακτηρίζει ὁ Ἀριστοτέλης τούς Δωριεῖς.. Στή συνέχεια ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς Ρωμαίους γιά νά δηλώσει τόν Ἕλληνα, Graecus­i καί ἀργότερα ταυτίστηκε σημασιολογικά μέ τόν ὀρθόδοξο ἕλληνα χριστιανό. Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι Ἕλληνας ἀρχικά σήμαινε τόν εἰδωλολάτρη καί εἶχε ἀρνητική σημασία.

[25] Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, «Ὁ Καβάφης καί τό Βυζάντιο», Κ. Π. Καβάφη - Ἅπαντα τά ποιητικά, ἐκδόσεις Μέρμηγκα, Ἀθήνα 1995-1996, σ. 321.

[26] Ἐ. Ν. Μόσχου, «Ὁ Χριστιανισμός καί ὁ Καβάφης», Κριτικά φῦλλα, τ. 6ος, Ἀθήνα 1978, σ. 143.

[27] Εὐα. Παπαχρήστου -Πάνου, Τό χριστιανικό βίωμα τοῦ Κ. Π. Καβάφη, ἐκδόσεις Ἰωλκός, σ. 10.

[28] Ἀλέκου Καραπαναγοπούλου, Ὁ Κ. Π. Καβάφης ἦταν Χριστιανός; ἐδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα - Γιάννινα 1993, σ. 15.

[29] Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του τονίζει ὅτι οἱ πόρνοι, οἱ μοιχοί καί ἀρσενοκοίτες δέν θά μποῦν στόν παράδεισο.

[30] Ἐ. Ν. Μόσχου, «Ὁ Χριστιανισμός καί ὁ Καβάφης», Κριτικά φῦλλα, τ. 6ος, Ἀθήνα 1978, σ. 134-135.

[31] Ἐ. Ν. Μόσχου, «Ὁ Χριστιανισμός καί ὁ Καβάφης», Κριτικά φῦλλα, τ. 6ος, Ἀθήνα 1978, σ. 141.

[32] Diana Haas, «"Στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό": σημειώσεις γιά ἕνα στίχο τοῦ Καβάφη». Διαβάζω ἀφιέρωμα, σσ. 76 - 77.

[33] Αὐτόθι.

[34] Σύμφωνα μέ τό ἐπίτομο λεξικόν τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας τοῦ Δ. Δημητράκου, ἐκδόσεις Γιοβάννη, σ. 325, Βυζαντινισμός σημαίνει α) τό νά ζεῖ κάποιος μέ τά ἤθη καί τά ἄθιμα τῶν Βυζαντινῶν, β) μτφ. ἡ ἔλλειψη συγχρονισμένου πνεύματος καί γ)μτφ. ἡ ματαιόσχολος συζήτηση ἐπί ἄνευ οὐσίας τεθειμένων ζητημάτων. Στό λεξικό τοῦ Littré, Dictionnaire de la langue française, τ. Α', 1968 τό λῆμμα Βυζαντινισμός ἔχει τήν παρακάτω ἑρμηνεία: Ὁ Βυζαντινισμός παραμένει ἡ παγίδα τῶν πολιτισμῶν πού ἔφθασαν σέ ἕνα ὀρισμένο βαθμό προόδου: στό διανοητικό ἐπίπεδο, σημαίνει νοσηρή λεπτολογία· στό ἠθικό ἐπίπεδο, συλλογισμένη καί ραφιναρισμένη φαυλότητα· ὅσο γιά τή χλιδή, τέλος, σημαίνει διαφθορά τῆς ἴδιας τῆς χλιδῆς ἀπό τά κακά ἤθη, καί τῶν τεχνῶν ἀπό μία ὑπερβολική πολυτέλεια.

[35] Diana Haas, «"Στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό": σημειώσεις γιά ἕνα στίχο τοῦ Καβάφη». Διαβάζω ἀφιέρωμα, σσ. 78-81.

[36] Ἄλκη Θρύλου, Κριτικές Μελέτες ΙΙΙ, ἐκδοτικός οἶκος Μ.Σ. Σαριβαξεβάνη, Ἀθῆναι 1925, σ. 185.

[37] Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, «Ὁ Καβάφης καί τό Βυζάντιο», Κ. Π. Καβάφη Ἅπαντα τά ποιητικά, ἐκδόσεις Μέρμηγκα, σ. 321.

[38] Κ. Π. Καβάφη: Πεζά, παρουσίαση -σχόλια: Γ. Α. Παπουτσάκη, ἐκδοτικός οἶκος Γ. Φέξη, Ἀθήνα 1963, σσ. 43-44.

[39] Κ. Π. Καβάφη, Ποιήματα, Φιλολογική ἐπιμέλεια Σαββίδη, Ἀθήνα 1982, σ. 104.

[40] Ἀλ. Καραπαναγοπούλου, Ὁ Κ. Π. Καβάφης ἦταν χριστιανός; ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα - Γιάννινα 1993, σ. 33.

[41] Μιχ. Δ. Στασινοπούλου, Σκέψεις Μετακαβαφικές, Ν. Ἑστία Ἀφιέρ. σ. 1481.

[42] Φιλίπ Σέρραντ, "Ξανακοιτάζοντας τόν Καβάφη", Διαβάζω - Ἀφιέρωμα στόν Κ. Π. Καβάφη, τ. 78, 1983, σσ. 139-140.

πηγή:Το κάλλος θα σψώσει τον κόσμο